Παγκόσμια Ημέρα Alzheimer: Όταν οι μνήμες παλεύουν με τον Χρόνο

Όταν κάνεις καταγραφές στα χωριά, παλεύεις με τον Χρόνο. Όχι με τον οριζόντιο χρόνο, τον δικό μου, τον δικό σου, στα ρολόγια μας. Με τον κάθετο Χρόνο, τον χρόνο της μνήμης, αυτόν που ταξιδεύει πίσω, στο παρελθόν. Και όσο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο παλεύω με τον Χρόνο. Πόσες φορές έχει τύχει να φτάσω σε έναν τόπο και να με ενημερώσουν ότι λίγες μέρες νωρίτερα λόγου χάρη, έφυγε από τη ζωή η γηραιότερη του χωριού, 103 ετών. Παίρνοντας μαζί της θησαυρούς ανεκτίμητους, κτερίσματα πολιτισμού στον άλλον κόσμο, δίχως επιστροφή. Κι εγώ αγωνιώ, από τους τελευταίους του αιώνα που μας έχουν ‘πομείνει, να διασώζω ιστορίες. Παλαιινές ιστορίες από παλαιινούς ανθρώπους. Στήνω την κάμερα ή το ηχογραφητήρι, έχοντας υπόψιν πως έχω περίπου μία ώρα στη διάθεσή μου να εκμαιεύσω πληροφορίες και μνήμες. Γιατί μετά από λίγο κουράζεται ο νους του γηραιού, κουράζεται το ταλαιπωρημένο σώμα στη σκληρή καρέκλα, κουράζεται η εμιλιά, στεγνώνει το στόμα. Κάποιες φορές και τα δάκρυα. Αφήνω τότε τον αφηγητή μου να ξεκουραστεί και τον/την επισκέπτομαι με υπομονή την επόμενη ημέρα. Υπάρχουν όμως φορές που σφίγγεται η καρδιά μου προτού εκπληρώσω το δύσκολο καθήκον. Σαν έχω κερδίσει την εμπιστοσύνη του ανθρώπου απέναντί μου και ξετυλίγουμε το κουβάρι της μνήμης, κάποια στιγμή συνειδητοποιώ ότι ο λόγος του γυρίζει στα ίδια και τα ίδια. Ότι η μνήμη έχει κολλήσει σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Ο αφηγητής επαναλαμβάνει την ίδια ιστορία που είπε πριν από λίγα λεπτά και εγώ παγώνω. Στέκομαι μουδιασμένη στην καρέκλα, πίσω από την κάμερα, προσπαθώντας να κρατήσω τον κόμπο στον λαιμό, να μην ανέβει στα μάτια και με πνίξει. Παραδομένη στην άνιση μάχη με τον Χρόνο, σκύβω το βλέμμα στο πάτωμα. Για ακόμη μία φορά δεν πρόλαβα. Ο Χρόνος χτύπησε την πόρτα και σε τούτο το σπίτι. Αμείλικτα. Συνήθως στις συνεντεύξεις αυτές με βγάζουν από τη δύσκολη θέση οι συγγενείς του αφηγητή, παιδιά ή εγγόνια, που μπαίνουν στο δωμάτιο διακόπτοντας ευγενικά. – Κατέγραψες τίποτα;, με ρωτούν με πικρό χαμόγελο, χαϊδεύοντας με τρυφερότητα την πλάτη του ηλικιωμένου. Και θαρρώ πως σε τούτο το χαμόγελο στηρίζεται το παράπονο μιας ολόκληρης παιδικής ηλικίας που σβήνει ως παρελθόν στα γκρεμνά της αδυσώπητης αυτής νόσου. Πρέπει να είναι τρομακτικό να έχεις απέναντί σου έναν άνθρωπο που σε μεγάλωσε αλλά δε σε αναγνωρίζει εδά μπλιο. Καλή δύναμη σε κάθε οικογένεια που βιώνει μία τέτοια κατάσταση. 21 Σεπτεμβρίου, Παγκόσμια Ημέρα Alzheimer (Η φωτογραφία είναι από την πλατφόρμα Pexels)

Community engagement στα μουσεία: ένα καλό παράδειγμα

Πριν χρόνια έλεγα μία εμπειρία από ένα μουσείο και πετάγεται ένας φίλος: “α, είσαι απ’ αυτούς που πάνε σε μουσεία”. Άραγε οι άνθρωποι χωρίζονται σε αυτούς που πάνε στα μουσεία και αυτούς που δεν πάνε; Το θέμα της επισκεψιμότητας στα μουσεία είναι ένα ζήτημα που απασχολεί πρώτα απ’ όλα τους ίδιους τους ανθρώπους τους. Μουσειολόγους, μουσειοπαιδαγωγούς, ιστορικούς Τέχνης, γραμματείς, διευθυντές και κυρίως τους διοικητικούς στο λογιστήριο που παλεύουν με τη βιωσιμότητα του φορέα. Μια πολύτιμη πρακτική που εφαρμόζουν κάποια cultural brands για να αντιστρέψουν την κατάσταση είναι το λεγόμενο community engagement. Όταν καλούν δηλαδή άτομα από την κοινότητα (είτε local, είτε online, είτε creators) να συμμετέχουν στο μουσειακό τους έργο. Και όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, μόνο μαγικά πραγματάκια μπορείς να δεις. Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο λοιπόν είχε μια ιδέα και μια ολόκληρη ομάδα την αγκάλιασε. Αποφάσισαν να δημιουργήσουν την ελληνική επανάσταση του 1821 σε playmobil και να την ονομάσουν “Το ’21 αλλιώς”. Αν είχα ένα σεντούκι με λίρες, θα έδινα τις μισές να βρίσκομαι μπροστά την ώρα που έπεσε η ιδέα στο τραπέζι. Να δω τη σπίθα της στιγμής. Γιατί τούτο το “αλλιώς” συνοψίζει τις αλλαγές που χρειάζεται ο κόσμος μας. 5 δημιουργοί κλήθηκαν να χρησιμοποιήσουν πάνω από 1.300 φιγούρες playmobil για να αφηγηθούν την ιστορία της ελληνικής επανάστασης με καθοδήγηση από τις τρεις επιμελήτριες του μουσείου. Από συνθέσεις με εκφάνσεις του λαϊκού βίου μέχρι μεμονωμένες σκηνές όπως τον όρκο των Φιλικών, το φίλημα του Ιμπραήμ Πασά στον Παπαφλέσσα ή τη δολοφονία του Καποδίστρια. Πληροφορίες δομημένες και εύληπτες, είτε αφορούσαν τις δυνάμεις του έθνους είτε το αιώνιο δίπολο “Εμείς και οι άλλοι” με παράλληλη κατανόηση της Ιστορίας όπως όταν “Ένα κράτος γεννιέται”. Παιγνιώδης αλληλεπίδραση για τους μικρούς επισκέπτες, που κακά τα ψέματα, γέμισαν τον χώρο και δεν πρόλαβα ρε παιδιά, να “γίνω κι εγώ μπουρλοτιέρης” οδηγώντας τη βάρκα στο αντίπαλο πλοίο. Πολλά θα ήθελα να πω και για τα βαθύτερα μηνύματα που περνάει μια μουσειακή έκθεση, αλλά θα σταθώ να πω για όλα ένα μπράβο στο μουσείο. Το σημαντικό βέβαια είναι τέτοιες ιδέες που γεννιούνται στην πρωτεύουσα, να ταξιδεύουν στην περιφέρεια. Έτσι, η έκθεση #το21αλλιώς θα ταξιδέψει το 2021 σε κάποια μέρη της Ελλάδας. Να την επισκεφθείτε όχι μόνο γιατί αξίζει, αλλά γιατί εμπνέει ως καλή πρακτική όσους ασχολούμαστε με το cultural branding. Μοιράζομαι εδώ μόνο μια μικρή λεπτομέρεια που ίσως πέρασε απαρατήρητη στους επισκέπτες. Ένα κορίτσι με λουλούδι στο αυτί να παίζει μουσική στο πλάι ενός επαναστάτη. Ε ταυτίστηκα. 

Σαν τάμα στον Ψηλορείτη

Στον Ψηλορείτη απάνω, στα 2.456 μέτρα υψόμετρο, πήγαν οι κρητικοί κι έχτισαν ένα μιτάτο. Ξωκλήσι δηλαδή, αλλά το ‘χτισαν σα το μιτάτο για ν’ αντέχει το κρύο, τα χιόνια και τους ανέμους που χτυπούν την κορφή. Όπως αντέχουν τα μιτάτα των βοσκών από τις πρώτες εποχές. Μα λέω πως δε θα ταίριαζε άλλο καλλιά, παρά τούτο το θολωτό πέτρινο κτίσμα. Το μιτάτο είναι το ορόσημο του ποιμενικού βίου στην κεντρική Κρήτη και κάθε ορόσημο συνοψίζει το συμβολικό κεφάλαιο μιας ιδεολογίας ή μιας κοινωνικής δομής. Συνοψίζει μια ταυτότητα και ένα σύστημα αξιών. Τα βουνά της Κρήτης θρέφουν αθρώπους που νταγιαντούν τα πάθη και μάχουνται τσ’ ανέμους. Και τούτο το ξωκλήσι, στην υψηλότερη κορφή, θα πεις πως είναι για κάθε άνθρωπο που κουβαλεί τον δικό του σταυρό και παλεύει να μάχεται τίμια τσ’ ανέμους. Κάθε λογιώ ανέμους. Τούτο το ξωκλήσι, στην υψηλότερη κορφή, είναι αφιερωμένο στον Τίμιο Σταυρό. Δυο λέξεις που βαραίνουν χώρια η καθεμιά την ταυτότητα του κρητικού. Στα καλά που κάμει, να γνέφουν παινέδια για το νησί. Στα κακά που κάμει ένας, να καταριούνται όλη τη ράτσα. Σαν τάμα το ‘χουν οι κρητικοί ν’ ανέβουν έστω μια φορά στη ζωή τους σ’ εκείνο το μιτάτο. Κάποιοι παλιοί κι αξυπόλητα. Και μόλις φτάξουν, χτυπούν την καμπάνα τσ’ εκκλησάς. Πρέπει να τη χτυπήσεις ‘κείνη την καμπάνα. Πως κατάφερες κι ανέβηκες. Πως πάντα μπορείς. Ν’ ανεβαίνεις τις κορφές, να μάχεσαι τσ’ ανέμους. Κι έπειτα να σταθείς να ιδείς. Το βόρειο κρητικό πέλαγο στη μία μπάντα, το νότιο κρητικό από την άλλη. Να θωρείς αλάργο και να θυμάσαι πως όπου θέλεις στον κόσμο, μπορείς να φτάσεις. Αρκεί να μάχεσαι τίμια τσ’ ανέμους. Φέτος αξιώθηκα κι εγώ ν’ ανέβω στον Ψηλορείτη. Ένα αυγουστιάτικο πρωινό, δύσκολη ανάβαση με ομίχλη, κρύο και ψιλόβροχο. Κατεβήκαμε όμως με ήλιο και ζεστή καρδιά. Λένε πως από τούτη την κορφή, τα μεσάνυχτα της γιορτής του Σταυρού, ένας φωτεινός σταυρός φεύγει και πηγαίνει σε κάποιαν άλλη κορφή απού ‘χει επίσης ναό του. Σαν ανεβείς στον Τίμιο Σταυρό και χτυπήσεις την καμπάνα, να θυμάσαι. Να μάχεσαι τίμια τσ’ ανέμους. Κάθε λογιώ ανέμους. * Δημοσίευση στη σελίδα (facebook) Αφτάρμιστά μας – Εκπομπή Λαογραφίας #ΑφτάρμιστάΜας με τη Μαρία-Στέλλα Ζεάκη

Βανίλια σ’ ένα ποτήρι κρυγιό νερό

   Έφταξε ο ταχυδρόμος στο χωριό κι άφησε τις εφημερίδες από τη Χώρα. Τον είδε ο μικρός ν’ αλαργαίνει στον αμαξωτό κι έβαλε τα παπούτσια του να τρέξει στο καφενείο. Να πάρει την εφημερίδα να τηνε φέρει του παππού για το ρεγάλο. Και δεν είναι τόσο το χαρτζιλίκι απού ‘παιρνε και το ‘καμε ντελόγο καραμέλες, πάρα ‘κείνο το ζεστό χάδι στα μαλλιά του από το ροζιασμένο χέρι του παππού.    Δρασκέλισε με φόρα το κατώφλι. Δυο χωριανοί καθόντανε στις ψάθινες καρέκλες, ένας ρουφούσε το φλυτζάνι, ο άλλος έπαιζε το κομπολόι. – Ήρθα να πάρω την εφημερίδα του παππού!, είπε ο μικρός κι η φωνή του αντιλάλησε στους ασβεστωμένους τοίχους. – Να τηνε πάρεις, απάντησε ο καφετζής δίχως να γυρίσει την πλάτη του από τον καφέ που ‘ψηνε. Μα έχεις μια δουλειά πρώτα να κάμεις, συμπλήρωσε τρυφερά.    Χαρχάλεψε κάτι στα βάζα του. Γύρισε μ’ ένα ζεστό χαμόγελο στα παιδικά μάτια που ‘χαν γουρλώσει όλο απορία πίσω από τον μαρμαρένιο πάγκο. Μια βανίλια υποβρύχιο ήρθε και προσγειώθηκε μπροστά τους.    Η απορία γίνηκε καρδιοχτύπι. Χαλάλι και η εφημερίδα και το ρεγάλο και οι καραμέλες. Λέω πως αν η παιδική μας ηλικία είχε γεύση, θελά ‘τονε βανίλια σ’ ένα ποτήρι κρυγιό νερό. #ΑφτάρμιστάΜας με τη Μαρία-Στέλλα Ζεάκη * Δημοσίευση στη σελίδα (facebook): Αφτάρμιστά μας – Εκπομπή Λαογραφίας

Εκπαιδεύοντας μικρούς ηγέτες του αύριο

Σαν σήμερα πέρυσι με κάλεσαν στο Ηράκλειο για ένα εργαστήρι σε παιδιά δημοτικού με θέμα “Παιδική Ηγεσία και Επιχειρηματικότητα”. Να τους μιλήσω για τη δυναμική της επικοινωνίας και του brand storytelling. Πώς λέμε την ιστορία της επιχείρησής μας και πώς χτίζουμε τη φήμη της (στρατηγικά και τίμια) στον κόσμο. Να ενθαρρύνουμε την επόμενη γενιά να κυνηγήσει τα όνειρά της. Κάποια στιγμή λοιπόν αναφέραμε τη νευραλγική θέση του υπεύθυνου Επικοινωνίας σε έναν οργανισμό. Πετάχτηκε ένας μικρός: – Τί θα πει νευραλγικός, κυρία; Κοντοστάθηκα. Ενήλικες συνήθως εκπαιδεύω και συμβουλεύω, αλλά λατρεύω όταν τα μικρά παιδιά κατακτούν δύσκολες λέξεις ανεβαίνοντας σκαλοπατάκια στον γνωσιακό κόσμο των μεγάλων. Χαμογέλασα και τα μάτια μου γύρισαν ένα-ένα τα βλέμματα από τους λιλιπούτειους επιχειρηματίες που με κοιτούσαν με απορία. Σιωπή στην αίθουσα. Έδειξα τον αγκώνα μου: – Ποιος έχει χτυπήσει τον αγκώνα του; Αμέσως άρχισαν φωνές να μου περιγράφουν ατυχήματα αγκώνων σε γωνίες επίπλων που παρέλυσαν το νευρικό σύστημα για λίγα λεπτά. Έπεσε νόημα να ησυχάσουν. – Και για πείτε μου εδά, από ποιες λέξεις βγαίνει η λέξη νευραλγικός. Σιωπή πάλι στην αίθουσα. Είπαμε για το νεύρο και το άλγος, που θα πει πόνος. Και ότι όταν μια θέση είναι νευραλγική σημαίνει ότι είναι τόσο σημαντική που αν κάτι πάει στραβά -όπως εμείς χτυπήσαμε στο νεύρο του αγκώνα και δεν μπορούσαμε να κουνήσουμε από τον πόνο- έτσι και η επιχείρηση μπορεί να παραλύσει. Γούρλωσαν τα μάτια τους. (Κάπου εκεί ξεμυαλίστηκαν και πήγαν να μου το γυρίσουν σε scrabble, αλλά τους επανέφερα.) Οι λέξεις είναι μαγικές. Τόσο, που με αυτές μπορείς ν’ αλλάξεις τον κόσμο.

Brand storytelling έξω από τη Σαχάρα

Τέτοιες μέρες, τέλη Ιουνίου, ήταν που αφήναμε πίσω μας την έρημο της Σαχάρα για να διασχίσουμε τα βουνά του Άτλαντα και να καταλήξουμε στην πρωτεύουσα του Μαρόκο. Κάπου στην ερημιά, κάναμε στάση σε μια περιοχή με πηγάδια και ένα δίκτυο χιλιομέτρων από υπόγειες σήραγγες. Μας υποδέχτηκε ο Μπασίρ, ξαπλώνοντας στο χώμα να μας δείξει τον παλιό τρόπο άντλησης νερού με τα χέρια και τα πόδια να δουλεύουν πυρετωδώς. Μπροστά μας αναβίωνε μία χειρωνακτική πρακτική αιώνων, που σε λίγες δεκαετίες θα χαθεί ως ανάμνηση, αφού οι νέες γενιές δε θα έχουν εικόνα από τους παλιούς πώς τραβούσαν το νερό από τα ξηρά πλέον πηγάδια. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά, ο Άραβας άναβε ένα-ένα τα κεριά που είχε τοποθετήσει στις φυσικές προεξοχές των χωμάτινων τοιχωμάτων. Ελάχιστο φως έμπαινε από τις οροφές των πηγαδιών που απλώνονταν μπροστά μας στο σκοτεινό αχανές δίκτυο. Μάς ξενάγησε στον μικρό του λαβύρινθο. Δεν ήξερε πολλά για τις μάχες μεταξύ των αραβικών φυλών για το νερό κάποτε. Πιο πολλά είπε για τα γυρίσματα που έγιναν εκεί για την ταινία Star Wars. Μάς εξηγούσε πώς βίωσε ο ίδιος την όλη εμπειρία. Στα μάτια του διέκρινες τον ενθουσιασμό για τον δυτικό κόσμο που είχε ρίξει τους χολιγουντιανούς προβολείς σε τούτη τη φτωχή γωνιά της γης. Μας παρότρυνε να βγάλουμε φωτογραφίες με τα κινητά μας -εκείνος σκηνοθέτησε τη συγκεκριμένη πόζα να “δεχόμαστε” το φως. Επηρεασμένος ίσως από τις κινηματογραφικές ατμόσφαιρες της μεγάλης οθόνης. Προτού φύγουμε, είπε σε μισοσπασμένα αγγλικά: “μπείτε στο trip advisor να γράψετε κάτι για μένα. Εμείς εδώ είμαστε στο πουθενά. Δεν μάς ξέρει κανείς, μόνο το ιντερνετ έχουμε για να μάθει ο κόσμος για εμάς”. Πώς θα σε βρω στο trip advisor, τον ρώτησα. “Να, θα σου δείξω το κινητό μου, βγάλε με κι εμένα φωτογραφία μαζί”. Είχαμε μπροστά μας έναν άνθρωπο που δεν παρακολουθούσε τις σύγχρονες τάσεις του τουρισμού, είχε όμως αντιληφθεί τη δύναμη του travel-experience. Ότι η δουλειά του στηρίζεται στη δύναμη της Στιγμής, ότι ο κόσμος που έρχεται πρέπει να βιώνει ατμοσφαιρικές εμπειρίες. Έναν άνθρωπο που δεν ήξερε τί θα πει social proof και online mouth-to-mouth και όμως ζήτησε ένα review στη μεγαλύτερη UGC πλατφόρμα του τουρισμού. Έναν άνθρωπο που καταλάβαινε πως η επισκεψιμότητα και οι πελάτες του εξαρτώνται από την ψηφιακή του παρουσία. Το ταξίδι στο Μαρόκο ήταν μία εμπειρία που μου άλλαξε τη ζωή σε πολλά επίπεδα. Δεν περίμενα όμως ότι εκεί, στο πουθενά του Μπασίρ, συνειδητοποίησα το δικό μου “mission” στον επιχειρηματικό κόσμο. Κάθε brand -personal, business, cultural- έχει τη δική του ιστορία να πει. Όλοι έχουν τα ψηφιακά μέσα, αλλά δυστυχώς οι απομονωμένες περιοχές δε διαθέτουν το know-how. Μπασίρ, ζήτησες 2 ευρώ για να σε ακούσουμε στα πηγάδια της αφρικανικής γης, αλλά αυτά που μου έδωσες εσύ ήταν ανεκτίμητα. Ο μόνος τρόπος να στο ανταποδώσω είναι να λέω την ιστορία σου. Σε εκείνους που βοηθώ μέσα από τη δουλειά μου, πώς να λένε τη δική τους ιστορία στα social media. Χρειαζόμαστε ιστορίες που εμπνέουν. #BrandStorytelling  #CulturalBranding

Αναμνήσεις από το δημοτικό σχολείο του Βοτανικού

Το κουδούνι χτύπησε και οι πόρτες άρχισαν να ανοίγουν η μία μετά την άλλη. Φωνές πλημμύρισαν τον διάδρομο τρέχοντας στην αυλή για το διάλειμμα. Οι τάξεις άδειασαν και τα παράθυρα όλα άνοιξαν να αεριστεί ο χώρος για την επόμενη ώρα του μαθήματος. Λίγα παιδιά στο κυλικείο περιμένουν την κα Ελένη να μοιράσει κολατσιό και γέλια, μα εγώ πήρα ήδη το κουλούρι και φορεμένο σα βραχιόλι στο χέρι βγαίνω στην αυλή. Κάποια παιδιά παίζουν κρυφτό με “σπίτι” την μπασκέτα ενώ άλλα σκαρφαλώνουν και κάνουν τον γύρο του Μεγάλου Δέντρου. Πολύ αργότερα, φοιτητές πια, μάθαμε ότι έχει όνομα και λέγεται Φυτόλακας. Στρίβω αριστερά για την τσιμεντένια βρύση. Έχει πέντε μεταλλικά βρυσάκια, αλλά έχω εντοπίσει ποιο είναι εύκολο στο πάτημα που να βγάζει και μπόλικο νερό να ξεδιψάσω. Παίρνω τον δρόμο για το πλάι, τον στενό διάδρομο που οδηγεί στο πίσω μέρος της αυλής. Πάντα με γοήτευε η Γεωπονική. Μέσα στην πρωτεύουσα να υπάρχει κάτι που να θυμίζει δάσος. Κάθομαι στα κάγκελα και το βλέμμα μου βουτά πίσω από τα δέντρα μήπως δω κάτι περίεργο. Τα μόνα περίεργα που βλέπαμε βέβαια ήταν κάτι διστακτικές χελωνίτσες που έφταναν μέχρι τα σχολικά κάγκελα. Στο πίσω μέρος της αυλής συχνάζουν τα εκτάκια. Ένιωθαν πιο ελεύθερα εκεί. Όποτε έβρεχε, σχηματιζόταν μια μικρή λίμνη κι έκαναν αγώνα ποιος θα καταφέρει να πηδήξει με φόρα για να πιαστεί στα κάγκελα της Γεωπονικής δίχως να βρέξει τα παπούτσια του. Στρίβοντας στο “μεγάλο πλάι” έβλεπες τους δύο φοίνικες να υψώνονται καμαρωτοί. Μια αλυσίδα παιδιών τεντώνουν τα χέρια τους για φτου ξελευθερία από τη “φυλακή” που έχουν ορίσει στην αρχή του κυνηγητού. Έπεσε η ασθένεια του σκαθαριού και τους χάσαμε τους φοίνικες. Μαζί με τόσες παιδικές φιλίες B.F.F.E. χαραγμένες στα θρανία. Ανάμεσα στους φοίνικες το “Σκάμμα” γεμάτο άμμο για τα αγωνίσματα. Ήταν πολύτιμο πια μόνο το φθινόπωρο που γέμιζε βρόχινο νερό και τρέχαμε όλοι να ναυπηγήσουμε τα καραβάκια μας φτιαγμένα από χαρτί. Καταπίνω βιαστικά την τελευταία μπουκιά από το κουλούρι και πιάνω θέση για τη “γλύστρα”. Μία τσιμέντινη μπανιέρα που ποτέ δεν έμαθα σε τί χρησίμευε. Τη μάθαμε κι εμείς από τους μεγαλύτερους σαν ένα ωραιότατο παιχνίδι να κάνεις τον γύρο της ισορροπώντας πάνω στο λεπτό τοίχωμα. Είχαν σπάσει χέρια και πόδια στη Γλύστρα. Αυτό την έκανε περιζήτητη στα διαλείμματα για ακροβατικά πηδώντας από το ένα τοίχωμα στο απέναντι. Όσο αυξανόταν ο βαθμός δυσκολίας, τόσο και το καμάρι του επιτεύγματος. Στα παγκάκια προς τη Σπύρου Πάτση, κάτι παιδιά ρίχνουν τάπες, άλλα κοιτούν ένα κοριτσάκι που παίζει κουτσό στο ζωγραφισμένο με κιμωλία έδαφος. Οι φίλες της παραπέρα παίζουν λάστιχο και σχοινάκι. Παρακάτω ανταλλάζουν αυτοκόλλητα απλωμένα στο χώμα. Δεν είχαμε κερκίδες τότε. Ήταν αυτονόητο ότι τα διαλείμματα ήταν για να ξελυσσάμε από τα μαθήματα που πιανόμασταν στις σκληρές ξύλινες καρέκλες. Αλήθεια, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν είχαμε μαξιλαράκια στις καρέκλες μας. Το σχολείο δεν έπρεπε να θυμίζει σπίτι. Ίσως γι’ αυτό δεν είχαμε και πολύχρωμες ζωγραφιές στους τοίχους όπως έχουν σήμερα. Το κουδούνι χτύπησε και τα παιδιά πήραν βουβά τον δρόμο του γυρισμού στην τάξη. Ίσως με λίγη απογοήτευση.  Οι πόρτες έκλεισαν, τα βιβλία άνοιξαν και το μάθημα ξεκίνησε. Καλή αρχή λοιπόν στα σχολεία, μικρά και μεγάλα. Παίδες, οι αναμνήσεις αυτές θα σας συντροφεύουν μια ζωή. Πόσω μάλλον μετά από την πανδημία του αιώνα που μας ταρακούνησε.

Καλοστρατιά σου, Μανώλη Γλέζο

Ήμουν 16 χρονών όταν γνώρισα τον Μανώλη Γλέζο και τον Λάκη Σάντα, τους άντρες που κατέβασαν τη σβάστικα από την Ακρόπολη το ’41. Αυτό που θυμάμαι έντονα από τη θεατρική παράσταση που κάναμε τότε για να τους τιμήσουμε, με σκηνοθέτη τον Dimitris Mikios, ήταν το τελευταίο δευτερόλεπτο. Μια ευρηματική κατακλείδα με τον Alexandros Zeakis να ρίχνει ένα μαύρο πανί και να φανερώνει την ελληνική σημαία. Το βλέμμα μου δεν ήταν καρφωμένο στο κοινό που αναφώνησε από συγκίνηση, αλλά στο πρόσωπο του Γλέζου. Τη στιγμή της φανέρωσης τα μάτια του σπίθισαν. Ξανά. Και ήταν τούτη η σπίθα για μια στιγμή που συντόνισε τις καρδιές μας στον ίδιο χτύπο. Κάποιοι άνθρωποι έρχονται στη ζωή σου μπορεί και για τρεις ώρες μόνο. Μα τούτες είναι αρκετές μαζί με μια σφιχτή χειραψία να καθορίσουν κομμάτια του είναι σου. 98 ετών. Λέω πως άχτι θα τον είχε ο Θάνατος τον Γλέζο. Όταν παλεύεις με μεγάλες ιδέες, παλεύεις με τον κίνδυνο. Γι’ αυτό κι ο κίνδυνος πάει κουρμπάνια του Θανάτου τους πλια αντριωμένους. Μα περνούσαν οι χρόνοι και οι καιροί κι η καρδιά του Γλέζου αντί να γερνά, χτυπούσε όλο και πιο βροντερά. Κι έλεγες πως το αίμα του έβραζε σα φοιτητή. Κόντευε ν’ αγγίξει αιώνα. Γιατί όταν έχεις μάθει να παλεύεις για τις μεγάλες ιδέες, έχεις μάθει να εναντιώνεσαι σε κάθε κατεστημένο. Και ποιο απόρθητο κατεστημένο από τον Χρόνο; Για σκέψου, εκατό χρόνους να χτυπά η καρδιά σου, εκατό χρόνους Ιστορίας να σηκώνει ο μπέτης σου. Ε δεν τ’ άρεσε του Θανάτου αυτό. Και τούτη την άνοιξη που έχει σφαλίσει τους λαούς στα σπίτια, ξεσπάθωσε και είπε “ήρθε η ώρα”. Τώρα, που δε θα μπορεί να σιμώσει άθρωπος να αποχαιρετήσει τον Γλέζο στην τελευταία του διαδρομή. Και λένε πως αν δε σ’ έχουν θωρώντας οι άνθρωποι στην τελευταία σου στρατιά επί γης, γρήγορα σε λησμονούν. Για να κάνει απόσβεση ο Χρόνος. Μα δεν κατέχει ο Θάνατος ότι πολλώ τα χέρια έσφιξε ο Γλέζος σα και το δικό μου, στον αιώνα του. Και αυτά τα χέρια είναι που θα σφίξουν κι άλλα. Και τους επόμενους που βράζει το αίμα τους, και τους μεθεπόμενους. Έτσι φυτεύεις τις ρωγμές στ’ απόρθητα. Αιώνια νέος. Αιώνια αγωνιστής. Καλοστρατιά σου, Μανώλη Γλέζο. Σε ευχαριστώ.

Όχι στις τοξικές αναρτήσεις

Οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τον νεαρό στην είσοδο της πολυκατοικίας στο τέλος του δρόμου. Ολοένα και περισσότερα παράθυρα άνοιγαν, κάποιοι γείτονες κατέβηκαν με περιέργεια να μάθουν λεπτομέρειες, σε απόσταση δύο μέτρων βέβαια. Ταραγμένος και υπό την επήρεια ουσιών, ο νεαρός άντρας αναμασούσε λόγια σε έναν μονότονο ρυθμό μοιρολογιού. Κάποια στιγμή, η φωνή του προς το όργανο της τάξης ακούστηκε επιτακτική: “Πυροβόλησέ με”. Δεν ήταν ένα πρόσταγμα εν είδει διαμαρτυρίας, τάξε “εγώ θα βγω τη βόλτα μου κι αν δε σου αρέσει, πυροβόλησέ με”. Όχι. Το είπε άλλη μια φορά, “πυροβόλησέ με” και πρόσθεσε στο τέλος ένα “σε παρακαλώ” γεμάτο απογοήτευση. Πάγωσα. Τα παράθυρα άρχισαν να κλείνουν βουβά ένα-ένα. Σκεφτόμουν πόσο εύθραυστη ήταν η ψυχολογία του νεαρού, πώς θα βοηθηθεί, πόσο εύθραυστοι είναι άραγε οι υπόλοιποι γείτονες, πόσο θα τους επηρεάσει αυτό το συμβάν. Την επόμενη μέρα, η γειτονιά φάνηκε να είχε χάσει τη ζωηράδα της. Ούτε γέλια στα μπαλκόνια, ούτε μουσικές. Δεν ήθελα να μεταφέρω αυτή την ιστορία στο προφίλ μου στο facebook. Αλλά πρέπει να το κάνω για έναν λόγο. Κοιτάξτε. Αυτές τις μέρες δίνουμε τον αγώνα καθ’ υπόδειξη των γιατρών να σπάσουμε την αλυσίδα μετάδοσης του ιού. Υπάρχει όμως κάτι εξίσου σημαντικό. Μια ακόμη αλυσίδα να σπάσουμε, αυτήν της μετάδοσης αρνητικών συναισθημάτων. Δεν είμαι ψυχολόγος για να γνωρίζω την επιδημική υστερία, τον ψυχολογικό καταρράκτη που μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο δημιουργώντας έναν γενικευμένο πανικό. Ή κατάθλιψη. Μελετώντας όμως τα κοινωνικά δίκτυα από το δικό μου μετερίζι, μία αρνητική ανάρτηση στα social media είναι αρκετή για να σκάσει σαν βότσαλο στην επιφάνεια της λίμνης και να δημιουργήσει κύματα επηρεάζοντας εκατοντάδες ανθρώπους, σε μια περίοδο που πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι και υποστηρικτικοί μεταξύ μας. Πρέπει να καταλάβουμε ότι γενικά μια ανάρτησή μας, είτε αρνητική είτε θετική, επηρεάζει όχι μόνο τους φίλους μας, αλλά και τους φίλους των φίλων μας και τους φίλους των φίλων των φίλων μας. Και ας μην τη διαβάσουν ποτέ, κι ας μη γνωριζόμαστε προσωπικά. Αυτή είναι η δύναμη των κοινωνικών δικτύων. Και εκτός και εντός ψηφιακού περιβάλλοντος. Είναι τα ίδια δίκτυα που μελετά ένας λοιμωξιολόγος για να κατανοήσει τη μετάδοση ενός ιού. Αν λοιπόν κάποιοι φίλοι σας στο facebook συνεχίσουν να κάνουν αναρτήσεις μεταδίδοντας ειδήσεις που δεν είναι έγκυρες και επιβεβαιωμένες, με τρομακτικά σενάρια ή ρητορικές του μίσους, υπάρχει ένα σωτήριο κουμπάκι. Το άλλοτε κουμπί του τηλεχειριστηρίου που δίνει τη δύναμη στον θεατή να αλλάξει κανάλι, στο facebook μεταφράζεται στη ρύθμιση “Απόκρυψη δημοσιεύσεων από τον τάδε για 30 ημέρες”. Δοκιμάστε το. Like στις σοβαρές αλλά έγκυρες ειδήσεις. Like στην αξιόπιστη ενημέρωση. Και like στο χιούμορ, στα καλά νέα της ημέρας, στα challenges με πίνακες ζωγραφικής/μουσική/ταξιδιωτικές φωτογραφίες. Το “χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό”, δεν είναι ένα απλό κλισέ. Είναι ολόκληρο επιστημονικό οικοδόμημα. Βοηθήστε να σπάσουμε και την αλυσίδα τοξικών αναρτήσεων. #ΘαΠεράσειΚαιΑυτό

– Παρατηρείς πράμα περίεργο;

Ασχολούμαι αυτές τις μέρες με το πρώτο κεφάλαιο του διδακτορικού (που είναι σαν το γιοφύρι της Άρτας: ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν). Καταπιάνομαι λοιπόν με τις Μέλαμπες ως τόπο εδαφικό προτού περάσω στη συμβολική και ψηφιακή τους ταυτότητα. Και ένα από τα θέματα σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο είναι η οργάνωση του οικισμού. Πάνω Ρούγα, Κάτω Ρούγα, Μεσοχωριά, βρύσες, το νεκροταφείο (“το μεγάλο χωριό”, όπως λέει η κυρία Ολυμπία), η πλατεία, τα καφενεία της ανδρικής συνεστιακότητας. Μέσα σε όλα αυτά, και ο Πλάτανος. Ο χιλιοτραγουδισμένος πλάτανος που σκεπάζει την Κάτω Βρύση του χωριού. Κι έτσι όπως υψώνεται, αντικρίζει κατάματα την Αγία Παρασκευή που είναι χτισμένη από πάνω. Ο δικός μας λεβέντης, του δικού μας χωριού. Ένα βράδυ είχα μπει στην ταβέρνα του Μπαξέ και με καλεί ένας χωριανός στο τραπέζι του. Μου δείχνει μια φωτογραφία στον τοίχο: – Θωρείς έτηνέ τη φωτογραφία; Είναι η παλαιότερη του χωριού μας. Από το 1910! Ήταν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία πανοραμική του χωριού. Έστρεψε το βλέμμα του πάλι σε εμένα και με ρώτησε: – Παρατηρείς πράμα περίεργο; Προσπαθούσα να ξεχωρίσω ανάμεσα στα σκοτεινά και φωτεινά σημεία της εικόνας κάτι ασυνήθιστο. Μετά από λίγα λεπτά, κούνησα αρνητικά το κεφάλι. Με κοίταξε με μάτια που σπίθιζαν και είπε: – Δεν υπάρχει ο πλάτανος! Γούρλωσα τα μάτια μου. Πράγματι, ένα κενό υπήρχε στο σημείο εκείνο και ο μικρός βυζαντινός ναός φαινόταν τώρα ξεκάθαρα, ολόκληρος. Νόμιζα πως ο λεβέντης μας στέκει αιώνες εκεί και συναγωνίζεται την Αγία Παρασκευή στις ιστορίες που ‘χει ακουσμένες στον ασκιανό του. – Μα πώς;;, σχεδόν ψέλλισα. – Λένε πως ένας χωριανός τον φύτεψε αργότερα όταν γεννήθηκε η κόρη του, μου απάντησε χαμογελώντας. Γράφω απόψε για τη σχέση φύσης/κοινωνίας, πώς η φύση παράγει πολιτισμό και ίσως και το αντίστροφο και θυμήθηκα το περιστατικό αυτό. Το δέντρο είναι φυσικό στοιχείο, όμως η χρήση του από τον άνθρωπο είναι διαδικασία πολιτισμική. Ήθελα να ρωτήσω ξανά τον χωριανό μας, πρέπει να επιβεβαιώσω την ιστορία αυτή, αν πράγματι ένας πατέρας φύτεψε τον πλάτανο ή η λαϊκή φαντασία καλλιέργησε μέσα στον αιώνα τούτη την τρυφερή ιστορία. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβα. Ο Νίκος ο Ξενικός έφυγε ξαφνικά από τη ζωή πριν κάμποσο καιρό. Η τελευταία φορά που είχα πιει μαζί του ρακές ήταν ένα μεσημέρι κάτω από τον πλάτανο. Απόψε που πέτυχα πάλι τη φωτογραφία αυτή, το βλέμμα μου έπεσε στο κενό που υπάρχει εκεί. #myMelampes