Ανεκπλήρωτοι έρωτες σε παιδικό πάρτυ

Με κάλεσαν σε παιδικό πάρτυ. Ξέρετε, από αυτά που φοράς κωνικό καπελάκι και περπατάς σαν τον Γκάνταλφ ανάμεσα σε χόμπιτ. Κάποια στιγμή, ακούω κλάματα από το ένα δωμάτιο. Θα βάρηκε κανα κοπέλι, σκέφτομαι και τρέχω να δω. Ο Νικόλας πεσμένος στο πάτωμα, να κλαίει γοερά. Γονατίζω να δω πού έχει χτυπήσει. “Η Κατερίνα δε θέλει να με παντρευτεί”, μου εξηγεί μέσα σε αναφιλητά και συνεχίζει να ποτίζει τη μοκέτα με δάκρυα. Προσπαθώ να συγκρατήσω τα γέλια μου όσο του χαϊδεύω τα μαλλιά και σηκώνομαι να σκεφτώ τί μπορώ να κάνω. Κατευθύνομαι στο άλλο δωμάτιο ανακαλώντας ασυναίσθητα στη μνήμη μου επιστημονικές ερμηνείες (ήμαρτον) για τις πρακτικές σύναψης γάμων. Να κατανοήσω και να προτείνω λύση στο πρόβλημα που παρουσιάστηκε. Μπαίνοντας στο άλλο δωμάτιο, θωρώ τη Κατερίνα με διαμαντένιο στέμμα στο κεφάλι να προσφέρει τσάι σε ροζ σερβίτσιο στις φιλενάδες της που κάθονται γύρω από ένα μικροσκοπικό τραπέζι. Ανάμεσά τους ένα μικρό αγόρι με πουκάμισο σινιέ και ατίθαση μπούκλα Λατίνου. Ξέχασα και επιστήμες και λογική και τα πάντα όλα. “Γιατί, Κατερίνα, δε θέλεις να παντρευτείς τον Νικόλα;”, ρωτάω αυθόρμητα και με απόλυτη φυσικότητα, σα να ρωτώ γιατί δεν έκανε τα μαθήματά της. Η Κατερίνα δε γυρνάει καν να με κοιτάξει. Σερβίρει με ηρεμία το αόρατο τσάι στα ροζ φλυτζάνια που τα πίνουν κατ’ επανάληψη το ένα μετά το άλλο, και με μια απάθεια απαντά: “Αγαπώ τον Γιάννη”. Και απλώνει το χέρι της προσφέροντας και σ’ εμένα τσάι. Ο μικρός καζανόβας δίπλα της ανασαλεύτηκε στη θέση του για να μου δηλώσει το παρών. Ο δε Νικόλας που εν τω μεταξύ με ακολούθησε με ελπίδες, έχει αγκαλιάσει το δοκάρι της πόρτας πίσω μου, σκουπίζοντας τις μύξες στο ταπεινό του μπλουζάκι. Στη νέα απόρριψη, ανοίγει το στόμα διάπλατα σαν μάσκα αρχαίας τραγωδίας και αρχινά δεύτερο ημίχρονο οδυρμού τρέχοντας πίσω στη μοκέτα. Μου ‘ρθε νταμπλάς. Να δώσω μια στο φλυτζάνι της αριστοκρατίας και να πω στο λιλιπούτειο φαμ φατάλ: “μωρή πού θα βρεις άντρα να πέφτει στα πατώματα για να σε παντρευτεί μωρή;;!” Αλλά τινάχτηκα. Γιατί αμέσως θυμήθηκα ότι διαφωνώ με την ελληνική κοινωνία που γαλουχεί το κορίτσι από μικρή ηλικία για έναν μόνο προορισμό: αυτόν του γάμου. Γιατί έτσι καταλήγει το κορίτσι να περιμένει ένα δαχτυλίδι για να νιώσει ότι επιτέλους τα κατάφερε στη ζωή της. Δεν είπα πράμα. Γυρνώ και ξανοίγω τις φιλενάδες της που τώρα κάνουν εβίβα της οικοδέσποινας. Απλώνω το χέρι μου και πιάνω το ροζ φλυτζάνι. Δεν εκάτεχα σε ποιανού την υγειά να πιω. Της μοιραίας και ωραίας; Του γόη καζανόβα; Του πονεμένου λαϊκού παιδιού; Ουφ. Αυτά τα ερωτικά τρίγωνα μόνο μπλεξά είναι. Ας πιούμε σε αυτό.
Χειμώνας στο χωριό

Μόλις πατήσω το πόδι μου στο χωριό, πρώτη λαχτάρα είναι να βγω στην Κάτω Βρύση. Να σκύψω να πιω νερό. Σα και μ’ ευλάβεια. Το νερό, στην πηγή κάθε χωριού, σημαίνει ένα πράμα για τους αθρώπους του: υπόσχεση. Ότι θυμάσαι. Υπόσχεση, ότι δεν ξέχασες. Κι ότι πάντα θα γιαγέρνεις. Ο αέρας στα μελαμπιανά στενά μύριζε ξυλόσομπα και θαλπωρή. Έμπαινα στα σπίτια των συγχωριανών και με κάθιζαν δίπλα στην παραστιά. Θαρρώ πως όλες μας οι έγνοιες λύνουνται εκιά. Αφού η φωθιά ζεσταίνει τις καρδιές. Και ποια ζεστή καρδιά δε συχωρνά στο τέλος; Επόπια τις ρακές και ξαναβγήκα στο κρύο που είχε αρχίσει να γλυκαίνει. Στον κάτω αμαξωτό, πίσω από μια τζαμένια πόρτα, δυο γυναίκες καθάριζαν χόρτα. Πλησίασα για το αγαπημένο μου παιχνίδι, τα ονόματα των βοτάνων της γης. “Σταφυλίνακας!” αναγνώρισα με ενθουσιασμό το ταπεινό χόρτο. Και μετά, καυκαλήθρες, πράσα, τσόχο και σιταρίδα. Τα δύο τελευταία δυσκολεύομαι ακόμα να τα ξεχωρίσω. Χαιρέτησα κι έφυγα. Το βλέμμα μου απέναντι. Στα βουνά. Χιονισμένες οι κορφές του Ψηλορείτη. Το Κέντρος άλλαζε συνεχώς αποχρώσεις κάτω απ’ τα σύννεφα και τον ήλιο. Κάπου πέρα, είδα κι έβανε αρχή μιαν ίριδα. Το μάτι μου αναζήτησε τον Γιοματά. …Το βουνίσιο ρολόι έδειξε μεσημέρι. Πλια καλλιά ‘ναι τα χωριά μας τον χειμώνα, θαρρώ.
Υπ’ όψιν κας Ραχήλ Μακρή

Κυρία Ραχήλ Μακρή, Δεν μπορώ να σας προσφωνήσω “αγαπητή” καθώς δε μου είναι ιδιαιτέρως αγαπητά τα άτομα που σιχτιρίζουν την Κρήτη. Και υποθέτω ότι ούτε εσείς θα με προσφωνούσατε “αγαπητή” μετά την κοινοποίηση τούτης της ανάρτησης. Λάβατε λοιπόν στα χέρια σας ένα σχολικό ημερολόγιο δημοτικού. Το βρίσκω θαυμάσιο για ένα ημερολόγιο να ταξιδεύει από την επαρχία στην πρωτεύουσα. Ειδικά, το να περιέλθει στα χέρια βουλευτή, ενός ατόμου δηλαδή που έχει εκλεγεί από τον λαό να εκφράζει το κοινό αίσθημα, είναι πέρα από τις προσδοκίες κάθε μικρού μαθητή. Η αλήθεια είναι ότι προβληματίστηκα με το ξέσπασμά σας. Οι επικοινωνιολόγοι σας μπορούν να σας υπενθυμίσουν πως όταν έχουμε στα χέρια μας μια εικόνα, τείνουμε να την ερμηνεύουμε βάσει προσωπικών βιωμάτων και γνωστικών σχημάτων. Και αναλόγως αντιδρούμε. Εγώ λόγου χάρη στο εξώφυλλο, είδα οικεία ενετικά και οθωμανικά αρχιτεκτονικά στοιχεία που βλέπει κανείς κατά τη βόλτα του στο Ρέθυμνο και εκφάνσεις του λαϊκού βίου δυο αιώνων πίσω. Ένα στιγμιότυπο δηλαδή, από μια ιστορική περίοδο. Δυσκολεύομαι όμως να κατανοήσω τον δικό σας συνειρμό περί νέας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και πώς να υποταχθούμε σεξουαλικά στον γείτονα λαό (“Να φορέσετε τσαντόρ και στα τέσσερα, ραγιάδες”). Επίσης, οι επικοινωνιολόγοι σας καλό είναι να σας συμβουλεύσουν ότι πρέπει να λαμβάνουμε υπόψιν το κοινωνικό και επικοινωνιακό πλαίσιο στο οποίο παράγεται το μήνυμα που μεταδίδεται. Το συγκεκριμένο εξώφυλλο κοσμεί ένα σχολικό ημερολόγιο που διανέμεται στην πόλη του Ρεθύμνου. Μια πόλη της Ελλάδας που ασχολείται έντονα με την διαπολιτισμική εκπαίδευση. Οι εκπαιδευτικοί, πολιτιστικοί και άλλοι φορείς της πόλης δουλεύουν πολύ πάνω στο cultural bonding μεταξύ αλλοεθνών. Αλλά ας μη χρησιμοποιώ ξένους όρους και μας πείτε να υποταχτούμε ΚΑΙ στους αγγλόφωνους μετά τους Τούρκους. Φαντάζομαι ωστόσο, ότι έχετε επισκεφθεί το Ρεθυμνάκι μας. Δε θα επαναλάβουμε το πώς η Ιστορία εγγράφεται στην οικιστική αρχιτεκτονική ενός τόπου. Και ότι αν θέλουμε να σβήσουμε ένα κομμάτι Ιστορίας από τη συλλογική μνήμη, δε χρειάζεται πράμ’ άλλο παρά να γκρεμίσουμε οτιδήποτε το θυμίζει. Στην Κρήτη, τα πάντα θυμίζουν ότι Ενετοί και Τούρκοι πέρασαν από το νησί. Αν επιθυμείτε, μπορούμε να γκρεμίσουμε μόνο τους μιναρέδες και τα τζαμιά. Νομίζω κατ’ αυτό τον τρόπο, θα καταφέρουμε επιτέλους ως Ευρωπαίοι να σβήσουμε από μέσα μας όλα εκείνα τα πολιτισμικά στοιχεία της Ανατολής που έχουν επηρεάσει την κρητική κουλτούρα, είτε είναι μουσική, είτε διατροφή, είτε έθιμα, είτε λεξιλόγιο. Παρ’ όλα αυτά, εγώ πιστεύω ότι και εσείς η ίδια, υποσυνείδητα, απολαμβάνετε αυτή την πολιτισμική όσμωση που βιώνει κάθε λαός υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Γιατί το πιστεύω αυτό για εσάς; Μα διότι στο τέλος, μάς κεράσατε τη φράση: “άι σιχτίρια πια”. Και το σιχτίρ, ξέρετε, είναι τούρκικη λέξη. #ηΚρήτηΣαςΧαιρετά
Ομανίτες στις Μέλαμπες

Όταν ξημέρωνε προχθές, κινήσαμε για ομανίτες λίγο πιο έξω από το χωριό. Είχε βρέξει κάποια στιγμή και είχε λιάσει καλά για να βγουν κάμποσοι. Ακολουθούσα την παρέα στα γνώριμά της μονοπάτια. Ο τόπος γεμάτος πέτρες, άρτυκες και σφακομηλιά. Το πόδι μου μισομαθημένο στις τσούρες, το μάτι μου απαίδευτο στον ομανίτη. “Ιδέ”, μού φώναξε η παρέα και με περίμενε να σκαρφαλώσω να δω έναν αρτυκίτη, να τονε μάθω, προτού τον κόψει. Παραπάνω, κάποιες φούσκες. Λευκοί ολοστρόγγυλοι ομανίτες να σηκώνουνται από το χώμα για να τους κάνεις χάζι, παρά να τους κόβγεις. Έβλεπα πέτρες ή ξερά φύλλα κι εθάρρουνα πως έβρισκα κι εγώ κανέναν, αλλά πράμα. Μια στιγμή, εντόπισα έναν και η χαρά μου δεν περιγράφεται. Όι που τον βρήκα, μόνο που κατάλαβα πώς να τονε πιάνει το μάτι μου. Δροσίτης. – Μα πώς τον ξεχωρίζεις από τον αρτυκίτη; – Αν κοιτάξεις το καπέλο του από κάτω, έχει κόκκινο χρώμα. Χαμογέλασα. Πόσες φορές δε μας φαίνουνται όλα ίδια και αρκεί να σκύψεις, να δώσεις λίγη προσοχή, για να δεις τη λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά… Είχα τα μάτια μου και τ’ αυτιά μου ανοιχτά, να ρωτάω κάθε τί που δε γνώριζα. Τα πνεμόνια μου δε χόρταιναν σφακομηλιά. Από παιδί είχα ταυτίσει αυτή τη μυρωδιά με τα βουνά της Κρήτης. Γυρίσαμε στο σπίτι και άδειασα το βουργιάλι μου. Σφακομηλιά, φούσκες, ο δροσίτης. Κοιτούσα το τραπέζι και απολάμβανα τη σιγουριά που έχουν όσοι ζουν σε τέτοιους ευλογημένους τόπους. Να ‘χουν τη μάνα γη να τους θρέφει. Από τις αγαπημένες λοιπόν, δραστηριότητες του φθινοπώρου το …κυνήγι του ομανίτη. Μεγαλύτερη χαρά κάνεις σαν τονε βρεις, παρά να τον φας. Γι’ αυτό όσοι γνωρίζουν τις καλές ομανιτές, πάνε αμοναχοί τους. Όσο πιο μεγάλος είναι ή όσο περισσότερους βρεις σε μια τουλουπέ, τόσο πιο ενθουσιώδης είναι η αφήγηση της ανακάλυψης ύστερα το βράδυ στο τραπέζι. Με ρακή και καλή παρέα. Γιατί ναι, θα τονε βρεις μοναχός σου τον ομανίτη, αλλά μόνο αν τονε μοιραστείς με παρέα θα καταλάβεις τη νοστιμιά του.
Νεράιδες Κορνουάλης στις Μέλαμπες Ρεθύμνου

Έγραφα στο λάπτοπ κάποιες σημειώσεις, την ώρα που έπεσε στο τραπέζι ένα φύλλο από τον πλάτανο. Φθινόπωρο, χαμογέλασα στη σκέψη. Έβγαλα το κινητό να τραβήξω τη φωτογραφία και εκείνη τη στιγμή, δύο Αγγλίδες από το απέναντι τραπέζι, σηκώθηκαν να γεμίσουν τα ποτήρια τους στη βρύση. Με ρώτησαν ποια λέξη είναι γραμμένη μέσα στη γούρνα. “Πλάτανος” πρόφερα αργά και τους έδειξα το μεγάλο δέντρο πίσω τους. “Plane tree”, συμπλήρωσαν και κάπως έτσι άρχισε η συζήτηση. Μιλήσαμε για τα δέντρα και τη σημασία τους στη ζωή μιας κοινότητας. Πώς μπορεί γύρω από ένα δέντρο να αναπτυχθεί ένας οικισμός αφού όπου υπάρχει πλάτανος, σημαίνει ότι υπάρχει νερό. Και όπου υπάρχει νερό, υπάρχει ζωή. Μού άνοιξαν κουβέντα για τα τέσσερα στοιχεία της φύσης: νερό, γη, αέρας, φωτιά. Είπαμε για τα λαογραφικά του κάθε στοιχείου. Στα εγγλέζικα η κουβέντα μας, όμως ένιωθα ότι μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Για τη σαλαμάνδρα, τους γνώμους, τις συλφίδες. Τους μίλησα για τις δικές μας ανεράιδες (“Nymphes?”, με ρώτησαν) και μου μίλησαν για τις δικές τους, τις νεράιδες Κορνουάλης (Cornish piskies ή pixies). Οι ευρωπαϊκές νεράιδες είναι φτερωτές, χαμογελαστές και καλοσυνάτες. Τους εξήγησα ότι οι δικές μας, οι ανεράιδες της Κρήτης, είναι σκληρές και όσοι άντρες τις παντίχνουν, ή τη φωνή τους χάνουν ή τα λογικά τους… Συνεχίσαμε αρκετή ώρα τη συζήτηση, για τη μαγεία και τη θρησκεία, για τους σαμάνους και τους witch doctors, για το πώς οι μαγικές δυνάμεις σε μια κοινωνία μπορούν να οδηγήσουν σε εξουσία αλλά και το αντίστροφο. Πώς μπορούν να ανυψώσουν έναν άνθρωπο ή να τον καταστρέψουν. Αν δεν ξέρει πώς να τις διαχειριστεί… Θα μπορούσα να κουβεντιάζω ώρες μαζί τους για τη λαϊκή μαγεία, τη λαϊκή ιατρική, τα βότανα, τα μαγικά πλάσματα του νερού, της γης, του αέρα και της φωτιάς. Δεν ήθελα να τις κουράσω. Ή να τις τρομάξω. Αν και μου έκανε εντύπωση το εύρος των γνώσεών τους σε τέτοια θέματα… Κλείσαμε με τη σκέψη ότι μπορεί να σμίξουμε κάποια στιγμή πάλι κάτω από ένα αιωνόβιο δέντρο. Και αλήθεια το εύχομαι, Penny και Jil, είτε στην Κρήτη, είτε στη Σκωτία…
Έκθεση Μορφογονία στο Ηράκλειο

Όταν επισκέπτεσαι μια έκθεση, είναι φυσιολογικό να μη σου αρέσουν όλα τα εκθέματα. Κάποια σε αφήνουν αδιάφορο, άλλα σε εντυπωσιάζουν. Σπανίως έχει τύχει να απολαύσω όλα τα εκθέματα. Όλα. Σήμερα το πρωί έφτασα Ηράκλειο και μέχρι να κάνω τσεκιν στο ξενοδοχείο, είχα κάποιες ώρες στη διάθεσή μου. Επισκέφτηκα την έκθεση Μορφογονία του Μάνου Ποντικάκη, ενός ανθρώπου που έχει ερευνήσει ενδελεχώς το προσωπείο ως θεατρικό και εικαστικό αντικείμενο. Γύρισα την έκθεση τρεις φορές. Δεν τη χόρταινα. Με το που έφτανα στο τέλος, ξαναβουτούσα στην αρχή. Οι σκέψεις μου πολλές και ανάκατες. Ένα ταξίδι αναστοχασμού. Στην αρχή, σε υποδέχεται η μάσκα του Διονύσου, όλο υποσχέσεις, να σε παραδώσει στους τέσσερις ταξιδευτές Ανέμους που θα σε πάρουν να ξεχαστείς και να ξεχάσεις στα πέρατα της γης. Πότε ριζώνει ο άνθρωπος; Μόνο να ταξιδεύει, να ταξιδεύει, να γλεντίζει τη γη που πατά. Κοιτάς τις μάσκες μα νιώθεις ότι σε κοιτούν και αυτές. Γυρνάς και βλέπεις την παγερή Μέδουσα και μαρμαρώνεις στα φρικτά της μάτια. Απομακρύνεσαι και πέφτεις στον Συκοφάντη που καγχάζει με το ψυχρό του βλέμμα και το ανασηκωμένο φρύδι. Τον φαντάζομαι να ψιθυρίζει κατηγόριες στο αυτί του βασιλιά. Η μάσκα του κάθε Βασιλιά, επιβλητική. Άραγε πόσο ευαίσθητος να είναι ένας βασιλιάς δίχως της; Και πόσο ανθρώπινος πίσω από το κράνος και την ασπίδα; Ίσως γι’ αυτό στέκει δισυπόστατο το προσωπείο του Πολέμου, να σου θυμίζει “το ποτάμι” στο Ζητείται ελπίς του Σαμαράκη. Κι ας σε καλεί να εκτελέσεις το καζαντζακικό χρέος των θολών χωμάτινων προσωπείων των Προγόνων. Παρακάτω, αρρενωπές μάσκες να εναλλάσσονται με θηλυκές. Αρκεί μια Μήδεια και μια Κλυταιμνήστρα να συνταράξει τον κόσμο ενός άνδρα. Να γλυτώνει από τις αλλοπρόσαλες Μαινάδες για να πέσει στις χθόνιες Λάμιες. Οι άντρες δεν έχουν ποτέ σωσμό. Από καταβολής κόσμου, οι δαίμονες οι ισχυροί είναι γένους θηλυκού. Από όλες τις επιβλητικές μάσκες και τα δυνατά προσωπεία, με τράβηξε αθόρυβα το τελευταίο. Στην άκρη της μεγάλης αίθουσας, μόνο του, απομονωμένο θα έλεγες από τις υπόλοιπες συνθέσεις. Ίσως είναι μια μάσκα που δε θέλει να φαίνεται. Αν και φοριέται πολύ. Η Κριτική. Πάνω σε θρόνο, ασταθής, ακροβατούσα, σε ομιχλώδες φόντο. Μια πένα σαν σκορπιός να υψώνεται δαμόκλειος σπάθη από πάνω. Πάνω από ποιον; Από εκείνον μάλλον που καρφώνει το βλέμμα της. Ένα βλέμμα που λέει πως δε συγχρωτίζεται με τους υπόλοιπους. Ένα βλέμμα αμείλικτο. Που δε σε κοιτάει όμως στα μάτια… Ο συνειρμός μου πήγε στην απεναντινή γωνιά της αίθουσας με τη μάσκα της Σκέψης. Φτερωτή και αγκυροβολημένη σε ένα κλαδί. Δυο προσωπεία, μακριά το ένα απ’ τ’ άλλο, που θα ‘πρεπε όμως να εναλλάσσουμε συχνά: τη Σκέψη πριν την Κριτική και την Κριτική πριν τη Σκέψη (υπονοώ την αξία της γόνιμης αμφισβήτησης). Είχα τη χαρά να έχω λίγο από τον χρόνο του προσωποποιού γλύπτη και να συζητήσουμε για τα δημιουργήματά του. Γιατί σε κάθε μάσκα, κάθε φορά, αναγνωρίζεις ένα κομμάτι του εαυτού σου. Και έχει ενδιαφέρον το πώς αρχετυπικές μορφές αποτυπώνονται στη φυσιογνωμική της μάσκας, με τέτοιο τρόπο ώστε το προσωπείο να καταλήγει να συνιστά πρότυπο. Και σε βαθύτερη ανάγνωση, το πρότυπο να αντανακλά κοινωνικούς ρόλους. Άρα εν τέλει, είναι απαραίτητες οι μάσκες για τη συνοχή του κοινωνικού ιστού;… Αν σας βγάλει ο δρόμος στα Λιοντάρια, αξίζει πραγματικά να δείτε την έκθεση. Ειδικά, το βράδυ της Δευτέρας που ο Μάνος Ποντικάκης θα μοιραστεί με το κοινό τις σκέψεις του από την 30χρονη πορεία του.
Η ίδια σκηνή σε κάθε χωριό

Υπάρχουν κάποιες σκηνές που επαναλαμβάνονται σαν ντεζαβού σε κάθε χωριό που πάω να κάνω έρευνα. Μα σε κάθε χωριό. Η ιστορία ξεκινάει πάντα με τον ίδιο τρόπο. Κάνω μια βόλτα στο χωριό και περνάω από κάποιαν αυλή. Κοντοστέκομαι να καλημερίσω την πρωινή συντροφιά που έχει μαζευτεί για τον καθιερωμένο ελληνικό. “Έλα να πιούμε καφέ”, τιτιβίζουν όλες μαζί, ε, δε θέλω κι εγώ πολύ για να κουκουβίσω σε παρέα γυναικών και δη γιαγιάδων και στρογγυλοκαθίζω. Συνεχίζουν τη συζήτηση λέγοντας τα νέα από το προηγούμενο βράδυ που χώρισαν. Αναπτύσσουν τα γενεαλογικά δέντρα των συγχωριανών, σχολιάζουν τον καιρό, παραπονούνται για τα παιδιά ή/και εγγόνια τους που ακόμα να παντρευτούν. Καταλήγουν στο αιώνιο θέμα του τί θα μαγειρέψουν το μεσημέρι και στις παραλλαγές της προτεινόμενης συνταγής. Εγώ, όσο πίνω τις γουλιές και προσπαθώντας να αποφύγω τα κουλουράκια, πιταράκια, μα-δεν-τρως-πράμα-φάε-τυράκι, γυρίζω πάντα την κουβέντα σε ζητήματα σχετικά με την έρευνά μου. Όλες μού απαντούν με χαρά σε κάθε τι. Και όσο τις ρωτάω, τόσο ενθουσιάζονται να μου λένε περισσότερα για τη ζωή τους και το ίδιο το χωριό. Σιγά-σιγά, μια σπίθα και συνάμα απορία φωτίζει το πρόσωπο κάποιας γιαγιάς από το ζωηρό μελίσσι. Αναζητά μια πρώτη απάντηση εστιάζοντας το βλέμμα της στα δάχτυλά μου. Πρώτα στο δεξί χέρι και μετά στο αριστερό. Έπειτα στρέφει με ευγένεια τη συζήτηση σε ‘μένα και οι ρόλοι αλλάζουν: εκείνη ρωτά, εγώ απαντώ. Για εμένα, τη σκούφια μου, το σπίτι, τη δουλειά μου. Η τελευταία ερώτηση που θα κάνει, είναι και ερώτηση sos: “Και κατέχεις να μαγειρεύεις;” Τα ίδια σε κάθε χωριό. Την πρώτη φορά σάστισα όχι με την ίδια την απορία, αλλά με τα πολλαπλά της σημαινόμενα που βάλθηκαν να εντοπίσουν τα γρανάζια μου. Δεν μπόρεσα όμως τότε να βρω αυτό που έκανε τελικά το ερώτημα πιο καίριο κι από το Ε1 μου. Γύρισα και κοίταξα τις υπόλοιπες. Όλα τα βλέμματα πάνω μου. Εκείνη η στιγμή, τώρα που το σκέφτομαι, πρέπει να ήταν πολύ κρίσιμη για την ένταξή μου στην υπό μελέτη ομάδα. Απάντησα καταφατικά το αυτονόητο και τα φλυτζάνια αφέθηκαν με ανακούφιση στα πιατάκια τους. Μάζεψα το δικό μου να το γυρίσω στην κουζίνα και έπλυνα ό,τι βρήκα, βιαστικά καθώς με καλούσαν να γυρίσω στην παρέα που εν τω μεταξύ έγνεφε παινέδια. Βγήκα σκουπίζοντας τα χέρια μου και απολογήθηκα για τον ξένο νεροχύτη: “Νιώθω σαν να βρίσκομαι σε δικό μου σπίτι. Σα να ‘στε δική μου γιαγιά”. Αυτό ήταν. Σαν να της έδωσα την πάσα που περίμενε ο Δέλλας το 2004, η γιαγιά ξεστόμισε αυτό που κρατούσε τόσηνα ώρα στην άκρια της γλώσσας της: “Πού κατέχεις; Μπορεί να γενώ κιόλας…” #τοΞεφούρνισε #κάθεΦοράΤαΊδια
“Φωθιά”, φώναξε η Παρασκιώ

Δεν ήξερα ποτέ πώς είναι να πίνεις τον καφέ σου το πρωί ξέγνοιαστα και να χτυπάει παράξενα η καμπάνα. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας με απορία. Λειτουργία δεν είναι, πένθος δεν είναι, γιορτή δεν είναι. “Φωθιά”, φώναξε η Παρασκιώ. Πετάχτηκα από την αυλή και βγήκα στον δρόμο. Ανάστατος ο κόσμος να κοιτά τους καπνούς πέρα, αγροτικά να ανεβαίνουν να συνδράμουν. Με πήρε ο πατέρας μου τηλέφωνο, το άκουσε στις ειδήσεις. Θυμήθηκε το ’63, τη μεγάλη φωτιά, που ήταν παιδί και χτυπούσαν οι καμπάνες. Κι έτρεχαν ανθρώποι από τις Μοίρες να βοηθήσουν τους Μελαμπιανούς. Αυτός ο τόπος έχει τόσες φορές καεί. Έβγαλα την κάμερα φουλ στο ζουμ. Αυτό που έβλεπα με έκανε να ανατριχιάσω. Τα πρόβατα να κατεβαίνουν όλα μαζί μέσα από τον καπνό, πουλιά να κάνουν κύκλους από πάνω. Ένας πρίνος άρπαξε φωτιά κι ήταν σαν να το άκουγα. Μα οι χωριανοί… Άντρες από το χωριό, μαθημένοι πια, να τρέχουν, να φέρνουν, να δίνουν. Να μη γυρίσει η φωτιά από τους βοριάδες που χτυπούν το χωριό. Να σώσουν το βιος των ανθρώπω. Τέτοιες στιγμές δεν έχει “δικό μου και δικό σου”. Κι αυτή τη στιγμή ακόμα, που τα γράφω, συγκινούμαι. Άλλο να τα βλέπεις στην οθόνη, άλλο να τα ακούς, άλλο να τα διαβάζεις. Και άλλο να το ζεις. Τί θα πει ανθρωπιά και αλληλεγγύη.
Ξανοίγοντας τ’ άστρα στις Μέλαμπες

Χθες το βράδυ, μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει, βγήκαμε στην Ανάληψη. Θα παρατηρούσαμε τ’ άστρα. Σε έναν τόπο που θαρρείς πως δε θα ταίριαζε άλλο ξωκλήσι να αφιερωθεί, παρά την Ανάληψη. Ανάμεσα στο βουνό και τη θάλασσα, τον ουρανό και τη γη. Πιο κοντά θα πεις στον ουρανό παρά στσ’ ανθρώπους. Μας καλωσόρισε φωτεινά ο Αποσπερίτης. “Ο πλανήτης Αφροδίτη”, μάς σύστησαν οι δύο νεαροί ειδικοί που θα μας ξεναγούσαν στον ουράνιο θόλο. Παρακεί οι άλλοι πλανήτες: Δίας, Κρόνος, Άρης. Για εμάς, ίσαμε δα, ήταν όλοι τους αστέρια. Εκατό ανθρώποι θα ήμασταν με τα βλέμματα ψηλά, να κοιτάμε τ’ άστρα. Σαν μικρά παιδιά. Ξεχωρίσαμε τη Μεγάλη Άρκτο κι από ‘κει, πώς να βρίσκουμε τον Πολικό Αστέρα και τον Βορρά. Αν χαθούμε ποτέ, να βρούμε σκιας τον δρόμο μας… Δεν είναι τυχαίο πως όποιος χάνεται, όπως κι αν χάνεται, στρέφει το βλέμμα του ψηλά, στον ουρανό. Μια παρέα γυναίκες κάθονταν στο πεζούλι της εκκλησιάς. Δε σίμωσαν καθόλου τα τηλεσκόπια. Ήρθαν για τη θέα, ήρθαν για παρέα. Μα εγώ θαρρώ πως οι γυναίκες κατέχουν από μόνες τους τούτα τα πρώτα μυστικά του κόσμου. Ανάμεσα στους μύθους και τις παλιές ιστορίες, αναζητήσαμε τη Μικρή Άρκτο, την Κασσιόπη, την κόμη της Βερενίκης. Τον Τοξότη που περιμένει την κατάλληλη στιγμή. Τον Γαλαξία που πέταξε η Ήρα αποθηλάζοντας τον Ηρακλή. Τον Αστερισμό του Σκορπιού που κυριαρχεί με το κεντρί και τις δαγκάνες του. Κάπου ένα αστέρι έπεσε και κάποια κορίτσια αναφώνησαν. Οι επιστήμονες μάς εξήγησαν για τα πετραδάκια του διαστήματος που πέφτουν και φλέγονται. Για ‘μενα θα είναι πάντα πεφταστέρια που κουβαλούν τα μακάρι του κόσμου. Από τα βάσανα που φλέγεται. Με το βλέμμα μας χαράξαμε το Θερινό Τρίγωνο και κάπου εκεί οι αστερισμοί της Λύρας και του Αετού λες και σκούντηξαν καζαντζακικές ιδέες. Και ξύπνησαν μέσα μου τον κρητικό ουρανό που ‘γραφε πως ξεχωρίζει απ’ τους αποδέλοιπους. Τα λίγα κεριά που ανάψαμε τρεμόσβηναν ένα φως αγγελικό στα μικρά παράθυρα της εκκλησιάς. Η ατμόσφαιρα, σαν από πίνακα του Ελ Γκρέκο. Και εκεί που θαρρείς πως οι αισθήσεις σου χόρτασαν συμπαντιακή νομοτέλεια, κάτι στον αέρα ήρθε να γεμίσει τις στιγμές που ζούσαμε και να μας σμίξει κάτω από την έναστρη αγκαλιά° μια γλυκιά μελωδία από φλάουτο. Εκεί, στην ερημιά του Θεού και της Αστρονομίας. Δεν πέρασε ώρα και κούρνιασαν κάμποσοι στα πέτρινα σκαλιά, γύρω από το πνευστό όργανο, σύροντας αργούς σκοπούς, του παραπόνου, που σου θυμίζουν αμανέ. Στρέφεις το βλέμμα στον σκοτεινό ορίζοντα και σκέφτεσαι τα αράβικα χώματα που χτυπά η ίδια θάλασσα. Κοιτάς τον ουρανό και συνειδητοποιείς ότι τον μοιράζεσαι αιώνες τώρα με ανθρώπους που νιώθουν, όπως εσύ. Έχουν αγαπήσει, όπως εσύ. Που τραγουδούν τον πόνο. Όπως εσύ. Αν έχουμε να χωρίσουμε τα χώματα σε τούτο τον πλανήτη, τα αστέρια που κοιτάμε, δε θα μπορέσουμε. Γιατί ο πόνος σαν τραγουδιέται, είναι ίδιος. Παντού.
Έκθεση “Χάρτινο το φεγγαράκι” στο Ρέθυμνο

Επειδή είμαι άνθρωπος του λαϊκού πολιτισμού, οι εκθέσεις σύγχρονης τέχνης είναι για ‘μένα μια ευκαιρία να δω κάτι διαφορετικό από τη δουλειά μου. Το ενδιαφέρον σε αυτές είναι ότι μπορείς να κάθεσαι ώρες μπροστά από ένα έργο χωρίς να το κατανοείς απόλυτα. Και προσπαθώντας να βρεις την απάντηση στο τί θέλει να πει ο ποιητής, συνδιαλέγεσαι με διάφορες πτυχές του εαυτού σου: σε απορία, σε έκπληξη, σε αποστροφή, σε αδιαφορία, σε φόβο, σε θαυμασμό. Περπατώντας λοιπόν στο Ρεθυμνάκι (γιατί έτσι το λένε όσοι το έχουν αγαπήσει), είδα ανοιχτή την πόρτα σε ένα τζαμί. Κοντοστάθηκα και διάβασα τον τίτλο της έκθεσης: “Χάρτινο το φεγγαράκι”. Με τον μεσημεριανό κρητικό ήλιο όμως και την “ψεύτικη ακρογιαλιά” να γυροφέρνει μελωδικά στο μυαλό μου τη χροιά της Μελίνας, δεν ήξερα αν ήθελα να διασχίσω το κατώφλι για να δω κάτι διαφορετικό που θα συντάραζε τις σταθερές μου. Στεκόμουν λοιπόν μπροστά στην ανοιχτή πόρτα, με σφιγμένα τα χείλη. Όταν βρίσκεστε σε παρόμοιο δίλημμα, υπάρχουν δύο μαγικές λέξεις που σου δίνουν αυτό το φιλικό σπρώξιμο στην πλάτη για να προχωρήσεις: “Γιατί όχι;” Πλησίασα λοιπόν την κοπέλα στην είσοδο που με υποδέχτηκε με χαμόγελο. Μου είπε λίγα λόγια για τη συγκεκριμένη σύνθεση και με προέτρεψε να μπω: “Μπορείτε να μπείτε, να το δείτε με την ησυχία σας, να το αγγίξετε αν θέλετε…”. Ειλικρινά, δεν ήξερα τί θα συναντούσα και κυρίως δεν ήξερα αν ήθελα να το αγγίξω αυτό που θα συναντούσα. Μπήκα στο τζαμί. Η πόρτα, τρίπαλια, έκλεισε διακριτικά πίσω μου και με άφησε μόνη σε έναν ημισκότεινο χώρο. Κοίταξα τριγύρω. Οι χαρακτηριστικές αρχιτεκτονικές κόγχες έκαναν τον άνθρωπο του λαϊκού πολιτισμού μέσα μου να νιώσει οικεία. Την προσοχή μου τράβηξε μία φωτισμένη σύνθεση αιωρούμενη στο κέντρο του χώρου. Χιλιάδες φύλλα σαν ιτιάς κρέμονταν στον αέρα σε χρώμα ήρεμο κίτρινο. Δεν ξέρω πόση ώρα το χάζευα στην αρχή προτού κάνω το πρώτο βήμα μέσα στην αίθουσα. Άρχισα να περπατάω στα σκοτεινά σχεδόν, κυκλικά γύρω από το έργο, προσπαθώντας να συλλάβω την όλη σύνθεση. Κάποια στιγμή, ασυναίσθητα κράτησα για λίγο την ανάσα μου. Στην αρχή δεν κατάλαβα γιατί, αλλά μετά αντιλήφθηκα πως ήταν γιατί το φως άλλαξε και έγινε μπλε. Χαμογέλασα σαν μικρό παιδί και ζωήρεψα το βήμα μου τριγύρω. Θυμήθηκα τα λόγια της κοπέλας. Τα μάτια μου σπινθήρησαν και πήγα και στάθηκα ακριβώς από κάτω. Σήκωσα το βλέμμα μου προς τα πάνω και τα χέρια μου άγγιξαν τα φύλλα. Αν ο καλλιτέχνης ήταν κρυμμένος σε κάποια σκοτεινή γωνιά να παρακολουθεί τις αντιδράσεις μου, νομίζω ότι θα γελούσε ικανοποιημένος με την ανεμελιά που είχα εκείνη τη στιγμή. Μετά από λίγο πάλι, ένιωσα κάπως σαν ασφάλεια, σαν σιγουριά. Το φως μόλις είχε γίνει γλυκό κόκκινο. Σαν να με αγκαλιάζει μητρική θαλπωρή. Να άγγιξε άραγε κάποια εμβρυϊκή μνήμη; Συνέχισα να το περιεργάζομαι και νομίζω ότι θα συνέχιζα για ώρα, αν δεν είχε έρθει η στιγμή που έπρεπε να φύγω. Τώρα που το ανασυνθέτω στο μυαλό μου, δεν πρόσεξα αν είχε ήχο η συγκεκριμένη εγκατάσταση, αλλά έχω έντονα την αίσθηση από τον ήχο που κάνει ο αέρας όταν περνάει ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων. Ίσως γιατί τελικά το (κάθε) “χάρτινο φεγγαράκι” δεν είναι για να βρεις την απάντηση στο τί θέλει να πει ο ποιητής. Αλλά για να ανασκαλέψεις μέσα σου εικόνες και συναισθήματα και να κατακτήσεις λίγο ακόμα το ποιος είσαι.