Παραμύθια στ’ Ανώγεια

Λέω πως όσο ανεβαίνω υψόμετρο, αλαφραίνει η ψυχή μου. Και οι λέξεις πετούν κι αυτές πιο ανάλαφρα σαν αφηγούμαι παραμύθια στα ψηλά. Βρέθηκα στ’ Ανώγεια σήμερα, ας είναι καλά η Ρίτα Σουλτάτου, αγαπημένη ψυχή. Στη γιορτή της Κοινωνικής Υπηρεσίας του Δήμου που μαζί με το ΚΗΦΗ έσμιξαν δυο γενιές: μαθητές του δημοτικού και γιαγιάδες του χωριού. Είχαμε κι έναν παππού στην παρέα, μην τον αδικούμε. Η αίθουσα ζωήρεψε όταν μπήκαν τα μικρά παιδιά βαστώντας λύρες, μαντολίνο, κιθάρα και τρίγωνα. Μόλις είπαν τα κάλαντα, τρύπωξα ανάμεσά τους κι άρχισα να ρωτώ μικρούς και μεγάλους για τους καρκατζόλους. Μα στ’ Ανώγεια δεν τους λένε ετσά. – Κατσικαντάρηδες!, με διόρθωσε μια γιαγιά. Κεια που λέω την περιγραφή των καρκατζόλων κι αν έχουνε δει ποτέ κανέναν, πετάγεται ένας μικρός: – Έχουμε ‘μεις έναν Κατσικαντάρη στο χωριό! Όλη η αίθουσα τραντάχτηκε από τα γέλια και μονάχα εγώ δεν κατάλαβα το αστείο. Έσπευσε μια γιαγιά να μου εξηγήσει πως παρανομιάζουν έναν χωριανό έτσι. Να ‘χα μωρέ και δεύτερη ζωή, να την αφιέρωνα στα παρανόμια της Κρήτης και τις ιστορίες τους. Τους χάρισα εκείνο το παραμύθι των ημερών με τους κατσικαντάρηδες στον μύλο κι έπειτα τα παιδιά έφυγαν για τη δική τους γιορτή στο σχολειό. Πομείναμε οι “μεγάλοι”. Ο Βασίλης Δραμουντάνης έβγαλε το μαντολίνο του και μου ‘κανε νόημα να ξεκινήσω την αφήγηση. Έδωσα αρχή να ξετυλίγω παραμύθια παλαιινά, που ‘συραν μνήμες και γέλια. “Μια φορά κι έναν καιρό…” Κι αναμεσώς εκείνος, με την πένα να γλιστρά πάνω στις χορδές, έπιανε κοντυλιές και παλιούς σκοπούς, αγαπημένους. Μια γιαγιά ξεκίνησε τις μαντινάδες και ντελόγο αναθάρρησαν κι οι υπόλοιπες να κρατούν με παλαμάκια τον ρυθμό. Ευλογημένη η ώρα που σηκώθηκαν δυο-τρεις να χορέψουνε συρτό. Και να. Μπροστά μας στήθηκε ένας κύκλος γυναικών, αθόρυβος, σεμνός, τελετουργικός, βγαλμένος από τους αιώνες. Με χέρια μινωικά σαν τη θεά των όφεων, βαστούσαν η μια τα χέρια της άλλης. Και μαζί με τα χέρια, βαστούσε η καθεμιά το κουρασμένο κορμί της άλλης. Να θυμίσουν στον γερο-Χρόνο που φεύγει σε λίγες μέρες, πως δεν κάνει αυτός κουμάντο. Μα οι γυναίκες είν’ εκείνες που ορίζουν τον Χρόνο σ’ αυτό τον κόσμο. Εκείνες που βαστούν τα νήματα κι ας φαίνεται το αντίθετο. Τόσα χρόνια, στα χωριά της Κρήτης, καταγράφω λαογραφία από τις γυναίκες της. Να προλάβω τους αιώνες σοφίας που κυλούν μπροστά μας κι αν δεν τους γράψουμε κάπως, φεύγουν και χάνουνται. Μόνο ευγνωμοσύνη νιώθω που πέρασα το πρωινό με τις γυναίκες τούτες. Να επιστρέψω πίσω στους αιώνες το καλό που μου ‘χουν κάνει. Να μοιραστώ παραμύθια. Να μοιραστώ αγάπη. Αγάπη λοιπόν να σπείρετε. Γιατί αγάπη θα θερίσουν οι επόμενοι. Καλές γιορτές!
Ν’ ανάβεις πάντα δυο κεριά

Όταν έμενα στις Μέλαμπες, τα μεσημέρια που οι χωριανοί είχανε ‘ποφάει κι αποσύρονταν στις κάμαρές τους, έπαιρνα τον δρόμο για την Αγία Παρασκευή. Τη μικρή Βασιλική του 14ου αιώνα, στον πλάτανο του χωριού. Στις λιγοστές αλλά περιποιημένες καρέκλες, είχα βρει τη θέση μου στο τρίτο κάθισμα. Θες το σκοτάδι στον μικρό ναό, θες ο αέρας που μύριζε λιβάνι ή η σιγαλιά της στιγμής, πάντα με γαλήνευαν τα μεσημέρια εκείνα. Περνούσαν οι ώρες και δεν καταλάβαινα ότι είχε γυρίσει απόγευμα. Έχανα την αίσθηση του Χρόνου εκεί μέσα, μα έβρισκα τον εαυτό μου. Ένα τέτοιο μεσημέρι θυμάμαι, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα μια γιαγιά. Είδε τα καντήλια αναμμένα και παραξενεύτηκε. Δεν είχε καταλάβει ότι βρισκόμουν εκεί. Προσκύνησε την εικόνα και γυρνώντας να πάρει δύο κεριά, με πήρε χαμπάρι. – Να με συγχωρείς, παιδί μου. Δεν ήθελα να σε διακόψω. Της έγνεψα με χαμόγελο πως δε με ενόχλησε η παρουσία της. – Κάθε μέρα με καλημερίζει η Αγία Παρασκή, είπε. Και λέω πως την έχω έγνοια μέσα στη μέρα να βλέπω αν είναι αναμμένα τα καντήλια της. – Βοήθειά σας, ψιθύρισα και σηκώθηκα να την πλησιάσω. Κατέβασε ένα από τα καντήλια και άναψε τα κεριά της. Με βήματα αργά στράφηκε προς το μανουάλι να τα ορθώσει. – Όντε μπαίνω σ’ εκκλησιά, ανάβω πάντα δυο κεριά. Ένα για τους ζωντανούς…, είπε και κάρφωσε το πρώτο στην άμμο. Τα μάτια της έκλεισαν για λίγα δευτερόλεπτα να ξεφυλλίσουν μια προσευχή. – …κι ένα για τους ποθαμένους, συνέχισε βυθίζοντας στην άμμο το δεύτερο κερί. Αργά, με δύναμη, πιο βαθιά απ’ το πρώτο, σαν να θυμήθηκε τση γης που ‘θαψε άδικα μέσα της κάποιον δικό. Γύρισε και με κοίταξε. Τα μάτια της θαλασσινά, ολόγρα, φανέρωναν πόνο και κούραση. Η φωνή της σιγανή, μη ταραχίσουμε τσ’ αγίους που μισόσβηναν στους τοίχους τους βυζαντινούς. – Πάντα ν’ ανάβεις κι ένα κερί για τους ποθαμένους, παιδί μου. Αλαφραίνει η ψυχή ντωνε πως τους θυμάσαι πού και φορά. Πήρα το χέρι της μέσα στο δικό μου και το φίλησα. Μου το ‘σφιξε κι ανταπέδωσε τη συμπόνια μ’ ένα πικρό χαμόγελο. Γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε κλείνοντας αθόρυβα την παλιά ξύλινη πόρτα πίσω της. Μόλις μεσημέριασε σήμερα, πήρα τον γνώριμο δρόμο για την Αγία Παρασκευή. Έσπρωξα την παλιά ξύλινη πόρτα και τα μάτια μου βυθίστηκαν στο σκοτάδι. Πήρα τη θέση μου στο τρίτο κάθισμα. Το βλέμμα μου αναζήτησε στον απέναντι τοίχο τ’ άγια πρόσωπα. Κάποια φανερώθηκαν μεμιάς στο λιγοστό φως που τρεμόπαιζε. Γύρισα να δω το μανουάλι. Στην άμμο αναμμένα δύο κεριά. Το ένα βυθισμένο πιο βαθιά απ’ τ’ άλλο.
Ευχή και κατάρα τα βουνά

Έρχεται μία στιγμή σε κάθε ταξίδι, που πιάνω τον εαυτό μου να μουρμουρίζει: “μου λείπουν τα βουνά μου”. Και ενώ μπορεί στον ξένο τόπο που βρίσκομαι εκείνη την ώρα ν’ αντικρίζω εφτάμορφα βουνά και θάλασσες, ένας στεναγμός θα πορίσει καψαλίζοντας τα μέσα μου. Να μου θυμίσει τα δικά μου βουνά. Με ένα κτητικό “μου”, να βαραίνει όπου κι αν πάω. Κι εμένα, και τον καθένα απ’ αγαπά τα βουνά του. Όταν ήμουν μικρή και τρυγούνιζα τις λέξεις, ανέ μπεγιέντιζα καμιάν άγνωστη, έτρεχα στη μάνα μου. Εκείνη με δασκάλευε να τη σπω σε μικρότερες, να δω ‘πο πού βγαίνει κι ήντα σημαίνει. – Τί θα πει νοσταλγία, μαμά; – Από ποιες λέξεις βγαίνει;, απαντούσε με ερώτηση. Μα δεν εκάτεχα τον νόστο και το άλγος, κι έκαμε ‘κείνη να μου εξηγεί τον πόνο για τον γυρισμό. Κι έπαιρνε τη λέξη ύστερα και την έβαζε μέσα σε ιστορίες, να τηνε καταλάβω, να τηνε κάμω δική μου. Έτσι μού μίλησε πρώτη φορά για τον πόνο του Οδυσσέα προτού καν διαβάσω την Οδύσσεια. Δε θα πω ότι στην Κρήτη έχουμε ‘μορφύτερα βουνά. Όλη η Ελλάδα έχει ομορφιές, απ’ άκρη σ’ άκρη. Κι όπου θελα βρεθώ, θα τσι ‘ποθαμάξω. Μα κείνη τη γ-ώρα που θα τσι ‘ποθαμάξω, την ίδια στιγμή θα νοσταλγήσω τις δικές μας. Και τότεσας είναι απού βγαίνει ο στεναγμός, σα την ξωθιά να μ’ ανελώσει, μη λησμονήσω τάξε πως είμαι αλάργο. Δεν ανεμαζώνεται ο λογισμός ύστερα, σαμε να γιαείρω. Ευχή και κατάρα τα βουνά. Τα δικά μου βουνά. Τα δικά σου βουνά.
Παραμύθι στο βουνό

Σ’ ένα μιτάτο χθες, στ’ Ανώγεια, ανάμεσα στις πέτρες έπαιζαν δύο παιδιά. Ο πρώτος είχε μία μεγάλη στα χέρια του ενώ ο μικρότερος βαστούσε ένα σφυρί. Έβαζαν μικρές πέτρες μπροστά τους και τις έσπαγαν. Τα πλησιάζω και μαζεύοντας τη φούστα, στρογγυλοκάθομαι μαζί τους κάτω. – Μωρέ, να πιάσωμε να τσι πουλούμε; – Να τσι πουλούμε, μου απαντούν δίχως να σηκώσουν το κεφάλι. – Ποιος θα τις αγόραζε;, ρωτώ με περιέργεια. – Οι βοσκοί, απαντά ο πιο μικρός. – Και τί θα έκαναν με αυτές; – Μάντρες, μιτάτα… Κοίταξα τριγύρω. Ο τόπος όλος πέτρα και αγριάδα. Κάπου-κάπου, άκουγες κάνα σκλαβέρι από απέναντι. Με πλησιάζει ο τρίτος της παρέας, ο πιο μεγάλος, και μου λέει πονηρά σκύβοντας στο αυτί: – Να τις βάψουμε χρυσές, να τσι ‘γοράζουν για χρυσές. Έμπορος ετών 8. Μ’ έπιασαν τα γέλια. Ο μικρότερος συνεχίζει: – Εγώ θέλω να γίνω πειρατής. – Θέλεις να ταξιδεύεις, να βλέπεις άλλους τόπους; – Πήγα μια μέρα στη σπηλιά του Δία, λέει και παίρνει μια δύσκολη πέτρα αυτή τη φορά να σπάσει. Θαρρείς πως στο όνομα του αρχαίου θεού, βρήκε τη δύναμη να τολμήσει με τα μικρά του χέρια το ανέφικτο. Με διάθεση να τον πειράξω, του λέω: – Και θ’ αφήσεις μωρέ το βουνό, τέτοια ομορφιά, για να βγεις στη θάλασσα; – Μα θα γυρεύγω με το καράβι μου κι άλλα βουνά να δω!, απαντά δίνοντας μια δυνατή σφυριά. Η πέτρα έσπασε σε μικρότερες που τινάχτηκαν τριγύρω. Παρατηρώ τον μεσαίο της παρέας, δε μιλάει καθόλου. Σπάει τις πέτρες με το κεφάλι σκυμμένο στη γη. Ήρεμα, με υπομονή. – Μανάβηδες-βοσκοί, μουρμουρίζει, προσθέτοντας τις αγροτικές δουλειές στον επαγγελματικό τους προσανατολισμό. Σηκώνω το βλέμμα πέρα μακριά, στις κορφές. Ευλογημένα τα παιδιά που μεγαλώνουν σε βουνό. – Να σας πω ένα παραμύθι;, λέω μετά από λίγο. Αφήνουν τις πέτρες κάτω. Η ανάγκη του ανθρώπου να ακούει ιστορίες είναι αρχέγονη, είναι αιώνια, είναι μυστηριακή. Σαν τα βουνά μας. Σαν τον Ψηλορείτη μας. Έβαλ’ αρχή και τους μίλησα για έναν βασιλιά που ζούσε απέναντι από ένα βουνό. Ένας βοσκός γύρεψε την κόρη του κι εκείνος του ‘βαλε δοκιμασία να γκρεμίσει το βουνό μέσα σ’ ένα βράδυ, αν θέλει να τηνε πάρει… Αφήνω τη συνέχεια της ιστορίας στη φαντασία σας. Αλλά να θυμάστε, όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, δε θα σε εμποδίσει ούτε ένα βουνό για να το κάνεις δικό σου.
“Μια ευκαιρία στον Παράδεισο” για τον Μαχαιρίτσα

Μας στοίχισε το φευγιό σου, ρε Μαχαιρίτσα. Σήμερα το πρωί έφτασα στην Αθήνα, μπήκα στο πατρικό μου και η πρώτη είδηση που έμαθα ήταν το φευγιό σου. Στο παλιό μου δωμάτιο, ξάπλωσα στο κρεβάτι με τα χέρια πίσω από το κεφάλι και χάζευα τον τοίχο, όπως παλιά. Γεμάτος στιχάκια, μαντινάδες και ποιήματα με μολύβι. Έλεγα πως άμα πάρω γάτο ποτέ, θα τον βγάλω Τούρκο, να φταίει το τραγούδι σου. Τί πιο ερωτικό από έναν άντρα που ζηλεύει τον γάτο της κοπέλας του σαν τρίβεται στη γάμπα της. Το βλέμμα μου περιπλανήθηκε στο δωμάτιο. Σε ένα ράφι, ένα αδειανό μπουκάλι με αφιερώσεις γραμμένες με μαρκαδόρο στο γυαλί, μού θύμισε κάποιο ξενύχτι με φίλους. Εσύ να φωνάζεις δυνατά #ΠόσοΣεΘέλω , να τολμήσουμε να το πούμε κι εμείς εκεί που έπρεπε. Πάνω από το κρεβάτι μου, γραμμένα από τα φοιτητικά μου χρόνια τα λόγια σου στον τοίχο: “Εκεί στον Νότο, εκεί μου κλήρωσε ο έρωτας το λόττο”. Ανατρίχιαζα κάθε φορά που το άκουγα εκείνες τις εποχές. Αγάπησα βλέπεις, άντρα από τον νότο. Πέρασαν τα χρόνια, κατέβηκα τελικά στην Κρήτη αλλά ο έρωτας μού γύρισε την πλάτη και δεν εξαργύρωσα ποτέ το λόττο. Ας είναι. Σε βάζω στο youtube και θαρρώ πως μαζί μου τραγουδάς κι εσύ: “Δεν ‘πα να είσαι ψέμα, εγώ σε λέω αγάπη”. Γιατί “έτσι κι αλλιώς, εγώ να ξέρεις, θα ‘μαι πάντα ο άνθρωπός σου”. Το βράδυ λέω να περπατήσω στην πόλη μου, κι αν με βρει καμιά ανάμνηση και με πονέσει, πάλι σε εσένα θα ανατρέξω, να μου πεις: “Μα όσο κι αν μας πληγώνει ο δρόμος που τελειώνει μας φέρνει σε άλλη διαδρομή”. Πάντα μάς ανακούφιζες από μικρούς Τιτανικούς και Κίτρινα Βράδια. Και πάντα μάς ταξίδευες με την κιθάρα σου. Από το Διδυμότειχο μέχρι τη Βαβυλώνα, να τραγουδάς για αξίες και αξιοπρέπεια, αφού “όλοι οι αμαρτωλοί, όλοι είναι απ’ το ίδιο χαρμάνι”. Η κόρη σου, λέει, σε βρήκε. Στο σπίτι σου, από καρδιά. Από ψηλά τώρα θα της τραγουδάς “τερατάκι της τσέπης, καθρεφτάκι της λύπης, συμφωνήσαμε και πατσίσαμε”. Αλλά όχι τέτοια συμφωνία, ρε Λαυρέντη. Εντάξει, ζητούσες “μια ευκαιρία στον Παράδεισο”, αλλά όχι τόσο νωρίς. Τέλος λοιπόν οι συναυλίες. Οι επόμενοι δε θα ακούσουν ποτέ ζωντανά τη γρατζουνισμένη σου φωνή. Από εδώ και πέρα, μόνο στο youtube. Κι όταν σε αναζητάμε, μόνο “στα παραμύθια και στ’ αστέρια θα σε βρούμε”. Καλές συναυλίες εκεί πάνω.
Καλωσορίζοντας το φθινόπωρο

Πρωτομηνιά σήμερο και μου ‘ρθε η γ-όρεξη να πω παραμύθι στα μικρά του χωριού μας. Δυο κορίτσια έστεσα στον κάτω αμαξωτό απού περνούσαν μπροστά απ’ το καφενείο. “…θα σας περιμένω στον πρίνο, στις έξι το απόγευμα, μόνο να το πείτε και στ’ άλλα παιδιά”. Πέρασε το μεσημέρι, τα σοκάκια άρχισαν να ζωηρεύουν, μαζί και τα καφενεία. Πήρα τον δρόμο για τον πρίνο. Στάθηκα έξω από το παρεκκλήσι και έκανα λίγους βηματισμούς πάνω-κάτω. Δεν εκάτεχα αλήθεια, αν θ’ ανεμαζώνουνταν τα κοπέλια, αν θ’ άφηναν τις οθόνες τους για να ακούσουν παραμύθια των παλιών ανθρώπω, παραμύθια ξεχασμένα. Το ρολόι των Τεσσάρω Μαρτύρων έδωσε έξι χτύπους. Τους μέτρησα έναν-έναν λες και καρτερούσα βουκολικά τον καλό μου σε κάποιο απόμερο ξωκλήσι. Και τότε, σαν σε σκηνή από ταινία, άρχισαν να ξεπροβάλλουν ζωηρά από τα στενά, κάποια μικρά του χωριού μας. Χάχανα, γέλια, φωνές. Ανέβηκαν τα σκαλάκια και έκατσαν τριγύρω μου σαν τα κλωσσόπουλα. Μα ήρθαν και δύο γιαγιάδες ν’ ακούσουν κι αυτές τα παραμύθια. Μέρωσε η καρδιά μου κι έβαλα αρχή: “Μια βολά κι ένα γ-καιρό…” Υπάρχει μωρέ πιο γλυκός τρόπος να καλωσορίσεις το φθινόπωρο; Το λοιπόν, καλό μήνα σάς εύχομαι, καλή εποχή!
“Μένουμε Μέλαμπες” – πολιτιστικές εκδηλώσεις 2019

Στην αίθουσα του πολιτιστικού συλλόγου χθες, τα τραπέζια ήταν έτοιμα στρωμένα με την τσόχα για την πρώτη των καλοκαιρινών μας δράσεων, το τουρνουά πρέφας. Άντρες όλων των ηλικιών άκουγαν με προσοχή τα ονόματα που κληρώνονταν. Οι διαγωνιζόμενοι πήραν τις θέσεις τους και το παιχνίδι άρχισε. Τριγύρω οι εθελοντές βοηθούσαμε σβέλτα και αθόρυβα. Αθόρυβα ‘δα… Στάθηκα να δω στη μία πλευρά της αίθουσας την έκθεση φωτογραφίας των συγχωριανών. Ο φετινός διαγωνισμός είχε θέμα: “Σοκάκια μου μελαμπιανά”. Απολάμβανα να βλέπω να συζητούν μπροστά από μια φωτογραφία τα όσα δε φαίνονται: ποιος μπορεί να την έβγαλε, ποιανού είναι το σπίτι που απεικονίζεται, τί θυμούνται από ‘κείνο το στενό… Ετοιμάσαμε έπειτα τις αφίσες για το γλέντι του 15αύγουστου. Με όποια δουλειά κι αν καταπιάνονται τα γυναικεία χέρια, οι κουβέντες οι γελαστές είναι που τη δρομώνουν. Έφυγα απ’ τον σύλλογο και στάθηκα στην έκθεση αγροτικών προϊόντων για το απαραίτητο shopping therapy. Σαπούνια, λικέρ, μαρμελάδες, μέλι, κοσμήματα, τσάντες. Μεταξύ άλλων πήρα και ένα χειροποίητο κεντητό τετράδιο με τίτλο “Οι συνταγές μου”. Λέω να βάλω τις φιλενάδες μου, τις μεγάλες γυναίκες του χωριού, να μου γράψουν από μια συνταγή η καθεμιά. Ακούσαμε φωνές, γέλια, μια μεγάλη ζωηρή παρέα. Περνούσαν οι πενηντάρηδες! Τέτοιες μέρες κάθε χρόνο, μαζεύονται όσοι κλείνουν τα 50 και το γιορτάζουν. Συγκεντρώνονται στο δημοτικό, να θυμηθούν τα παλιά χρόνια στα θρανία και παίρνουν τον δρόμο για την ταβέρνα. Στα καφενεία, τούς σταματούσαν να τους κεράσουν ρακές. Μ’ έστεσαν κι εμένα να πιω μια. Ζωηρή η πατούλια ανηφόρισε για την Πάνω Βρύση ενώ στα μπαλκόνια έβγαιναν οι ανθρώποι και τους εύχονταν: “Μπράβο! Ν’ αξιωθείτε και στα εκατό!!”. Τελευταίος ακολουθούσε με την κατσούνα ο δάσκαλός τους, κος Γιώργος Δουκάκης, ετών 80. Έφτασαν στην Πάνω Βρύση. Δυο τρεις γυναίκες πέταξαν νερό η μια στην άλλη και δροσερά χαχανητά ξέσπασαν στην παρέα. Ένας-ένας έπειτα πλησίαζαν κι έσκυβαν να πιουν νερό. Φαίνεται πως τα πάντα εδώ στο χωριό περνούν από την Πάνω Βρύση. Λες και είναι ιερό το νερό τούτο. Λες και είναι μνήμη. Και σαν το πίνεις, σμίγεις με τις γενιές, τις προηγούμενες και τις επόμενες. Τελευταίος, ο παπά Βαγγέλης αφού τους άφησε όλους να πιουν, έσκυψε κι εκείνος να δροσιστεί. Βγήκαν ρακές απ’ το απεναντινό σπίτι, χαιρέτησα κι έφυγα. Κάπου αλλού είχαν στήσει πάλι παρέα, άκουγα μαντινάδες κι όρεξη. Απ’ όποιο σοκάκι κι αν περάσεις, σε κερνούν. Το βρισκούμενο και την αγάπη. Έτσι πρέπει να ‘ναι τα καλοκαίρια μας. Έτσι πρέπει να ‘ναι η ζωή μας όλη. Στο χωριό. #μένουμεΜέλαμπες
Κάπου στην Αφρική

Κάπου στην Αφρική. Σε μια καλύβα που πάσχιζε να μοιάζει με τουριστικό κιόσκι, ο Μπασίρ πουλούσε μαντήλια και σκονισμένα κοσμήματα. Σέρβιρε τσάι με δυόσμο σε μικρά γυάλινα ποτήρια πάνω σ’ έναν χάλκινο δίσκο. Αφού παζαρέψαμε την τιμή, αγόρασα ένα μαντήλι και ένα ζευγάρι παλιά σκουλαρίκια με μεγάλες τυρκουάζ πέτρες. “Αλάιν ασαΐγιατου”, ψιθύρισα στα αραβικά διαλέγοντας τα σκουλαρίκια και ο Μπασίρ χαμογέλασε με τα κατάλευκα δόντια του. Η γαλάζια πέτρα για το κακό μάτι είναι κοινή πίστη όλων των λαών. Του ζήτησα να μου δέσει τον κεφαλόδεσμο με τον παραδοσιακό τρόπο της φυλής του. – Μιν άιν, τον ρώτησα από πού είναι, όσο έδενε το γαλάζιο μαντήλι γύρω από το κεφάλι μου. – Τουαρέγκ, απάντησε με περηφάνεια για τη βερβέρικη νομαδική καταγωγή του, σφίγγοντας τον τελευταίο κόμπο. – Μιν αλ Ιουνάν, συμπλήρωσα κι εγώ με χαμόγελο για την Ελλάδα. – Same people, είπε στα Αγγλικά αυτή τη φορά ο Μπασίρ. Good people!, με ένα θαυμαστικό να περικλείει την αγάπη για την εγγύτητα. Όχι μόνο τη γεωγραφική. Να’σαι καλά, Μπασίρ. Σαλάμ!
Καστανά μάτια της Αφρικής

Σε ένα παλιό φρούριο, αλ Κούλε, με βασιλικούς τάφους μιας δυναστείας της πόλης Φεζ. Από τη μια μεριά του λόφου η πανοραμική θέα της πόλης, με την παλιά μεδίνα και τη σύγχρονη να βουίζουν σαν μελίσσια. Από την άλλη μεριά, ένα παλιό νεκροταφείο με τον ήλιο να δύει κατανυκτικά πίσω από τους τάφους. Ο συνειρμός πήγε να παίξει λίγο με τη δύση της ζωής και του ήλιου, αλλά ‘γανάχτησε η σκέψη που δεν την ξεκουράζω ποτέ. Μια παρέα νεαρών είχαν ανέβει τον λόφο με τα μηχανάκια τους, να ξεφύγουν από τη φασαρία της πόλης και τα παζάρια. Να φύγει το μάτι τους από τα στενά σοκάκια και τις αγορές. Μοιράζονταν ένα τσιγάρο, χαζεύοντας τη θέα. Οι κουβέντες τους έσπαγαν τη σιωπή της κορφής. Πιο πέρα ένα ζευγαράκι καθόταν σε ένα πεζούλι. Το κορίτσι με ροζ μαντήλα στα μαλλιά, ο νεαρός ντρεπόταν να την κοιτάζει στα μάτια πολλή ώρα. Αναρωτήθηκα τί χρώμα να είχαν τα μαλλιά της. Αναρωτήθηκα αν τα έχει δει και εκείνος. Μικρά παιδιά μάς πλησίασαν με τάπερ να μας πουλήσουν κορόμηλα σε ξιδόνερο. Στράφηκαν έπειτα προς το ζευγάρι. Κάποια στιγμή, παιδικά γέλια αντήχησαν και δύο μικρά κορίτσια πρόβαλαν πίσω από τα χαλάσματα τρέχοντας προς το μέρος μου. Σήκωσα το κινητό να απαθανατίσω τη στιγμή. Στα επόμενα βήματα, το πιο μικρό σκόνταψε και έπεσε. Την πλησίασα και έσκυψα να τη σηκώσω. Γύρισε και με κοίταξε. Δεν έκλαψε. Χρυσαφένιος ο ήλιος έπεσε πια πίσω από τα ερείπια και ήταν να σαν είδα την τελευταία αχτίδα στα μάτια της. Καστανά μάτια της Αφρικής, πανέμορφα, ολοστρόγγυλα, με μεγάλες βλεφαρίδες. Ξαναβρήκαν τη ζωηράδα τους σε λίγα δευτερόλεπτα. Φίλησα το γρατζουνισμένο της γόνατο και τη σήκωσα. Η μητέρα της πέρα, μου ‘γνεψε με το κεφάλι ευχαριστώ. Ανταπέδωσα το χαμόγελο. Αυτά τα μάτια της μικρής, σκέφτηκα κατηφορίζοντας, θα σκλαβώσουν καρδιές. Αν δεν προλάβει να τα σκλαβώσει πρώτα η μπούρκα
Ημέρα της Γυναίκας

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα τα ίδια. Το μισό facebook να γεμίζει λουλούδια και ευχές για τις γυναίκες, το άλλο μισό να κατηγορεί τους πρώτους ότι δε δίνουν την πρέπουσα σημασία στην ιστορική αξία της 8ης Μαρτίου του 1857. Εγώ δε θα σχολιάσω, παρά μόνο θα κοιτάξω τη δική μου καμπούρα, όπως έλεγαν οι παλιοί. Όσα χρόνια περπατώ στην Κρήτη και περνάω από χωριά, συζητώ με γυναίκες. Και καταγράφω. Τη γυναίκα που σπέρνει με υπομονή, που θερίζει. Τη γυναίκα που αρμέγει. Τη γυναίκα που ζυμώνει, που μαζεύει χόρτα, που στένει τσικάλι. Τη γυναίκα ως νύφη. Τη γυναίκα ως νύφη σε ξένο τόπο. Τη γυναίκα που νανουρίζει τον πρώτο ύπνο και μοιρολογεί τον τελευταίο. Τη γυναίκα που υφαίνει, τη γυναίκα που κεντά ξόμπλια να νοστιμίσει την καθημερινότητα. Τη γυναίκα που πλέκει. Που τελικά πλέκει τη ζωή. Τη δική της, του άντρα της, των παιδιών της, της δικολογιάς της. Τη γυναίκα που ορμηνεύει. Εγώ αυτές τις γυναίκες θαυμάζω. Από αυτές εμπνέομαι. Και αυτές πρώτα απ’ όλα τιμώ. Να παλέψουμε. Αλλά τις υπόλοιπες 364 μέρες. Σήμερα θέλω να πάω στο χωριό, στον Σύλλογο Γυναικών Μελάμπων, να γιορτάσω μαζί τους αυτή τη μέρα. Δε θα κάνουμε ιστορική ημερίδα για το πώς καθιερώθηκε η Παγκόσμια Ημέρα Γυναίκας. Θα φάμε, θα πιούμε, θα γελάσουμε. Γιατί έτσι θέλουμε να τιμήσουμε τη Γυναίκα. Αυτό δεν έχει σημασία; #WomensDay (Η τέχνη του πλεξίματος είναι σαν τη Μαγεία. Μεταδίδεται τελετουργικά από γενιά σε γενιά και έχει έναν συνθηματικό κώδικα επικοινωνίας. Εγώ έμαθα στην εφηβεία, από τη μητέρα μου και τη νονά της. Εδώ, έχω βρει τη γειτόνισσά μου στις Μέλαμπες, γιαγιά Βαγγελιά, για μετ-εκπαίδευση σ’ έναν τύπο πλέξης που φέρει την ονομασία Απάνω Μίτο. Ίσως γράψω κάποτε για τούτη τη μυσταγωγία μεταξύ των γυναικών. Διαγενεακή. Διαχρονική.)