Ένα καστράκι τόσο δα

Ένα καστράκι τόσο δα ήταν. Πάνω στον παραλιακό δρόμο, το έτρωγε η αλμύρα και η λήθη. Το εισιτήριο έκανε δυόμιση ευρώ, μπήκαμε δίχως δεύτερη σκέψη. Το Μεσαιωνικό Κάστρο της Λάρνακας κατασκευάστηκε τον 12ο αιώνα πΧ για να υπερασπιστεί τη νότια ακτή της Κύπρου. Με τον καιρό όμως έπαψε να είναι απαραίτητο για να προστατεύει την πόλη και το λιμάνι. Στη σύγχρονη ιστορία του έγινε φυλακή, με την αγχόνη να λειτουργεί τελευταία φορά το 1948. Σιγά-σιγά εγκαταλείφθηκε. Σήμερα είναι μουσείο με παλιές φωτογραφίες, κεραμικά σκεύη και όπλα. Αν το περπατήσεις, ανακαλύπτεις θολωτά δωμάτια, αλλόγλωσσες ταφόπλακες και μία ταξιδιωτική θέα από τις πολεμίστρες. Το Κάστρο της Λάρνακας είναι ένα μικρό στολίδι σε μια γωνιά της πόλης που φιλοξενεί πολιτιστικές εκδηλώσεις. Στον υπαίθριο χώρο του φωλιάζει μία υπέροχη σκηνή περιτριγυρισμένη από μεσαιωνικά τείχη, ψηλά δέντρα, θάλασσα και έναν μιναρέ να υψώνεται σαν ψηφίδα της Ιστορίας. Χάζευα από το παράθυρο τις λευκές καρέκλες πάνω στο πράσινο γρασίδι και σκεφτόμουν. Δώσε στον άνθρωπο πέτρες, να σου φτιάξει τείχη. Τείχη για να σε κλείσει απ’ έξω, τείχη για να σε κλείσει μέσα. Δωσ’ του μια κάμαρη κι αυτός μπορεί να εκτονώσει την πιο σκοτεινή κατάρα, εκείνη της ευκολίας ν’ αφαιρεί μιαν ανθρώπινη ζωή. Κι έπειτα δώσε του πίσω τα τείχη και πες του να σβήσει το σκοτάδι, να φέρει φως, να φέρει ελπίδα. Τότε θα τ’ ανοίξει και θα χωρέσει γράμματα, τέχνες, χαμόγελα. Τούτη τη φορά στην κάμαρη θα στολίσει ιστορίες της πόλης και θα πασχίσει για ρωγμές στη μνήμη και τον χρόνο. Η μνήμη -σκοτεινή και φωτεινή- εγγράφεται στον χώρο και στέκει εκεί μέχρι να την ανακαλύψεις. Και το πιο ταπεινό μνημ-είο έχει κάτι να σου δώσει. Αρκεί να διασχίζεις το κατώφλι του, όσο μικρό κι αν είναι. Ένα καστράκι τόσο δα ήταν. #travelling
Ένα υφαντό σεμεδάκι στο coffee table

Όταν μπαίνω στο μαγαζί της Μαρίας με τους αργαλειούς και τα υφαντά της, νιώθω όπως ένα 5χρονο που μπαίνει σε ζαχαροπλαστείο. Οι λαϊκές τέχνες κουβαλούν πολλά περισσότερα από αυτά που αποτυπώνουν. Υπάρχει ένα ολόκληρο οικοσύστημα πίσω από τις πρώτες ύλες, την επεξεργασία, τα διακοσμητικά μοτίβα, τις τελετουργικές χρήσεις. Ένας πολιτισμικός και κοινωνικός πλούτος που τον αντιλαμβάνεσαι μόνο όταν τον εξετάσεις στο μικροσκόπιο των ανθρωπιστικών επιστημών. Τελοσπάντων, στη συζήτηση κάποια στιγμή έβγαλε η Μαρία να μου δείξει ένα (υπέροχο) σεμέν που έχει δημιουργήσει με λινάρι (λινάρι στο υφάδι και βαμβάκι στο στημόνι), με μία περίεργη ύφανση που στρουφίζει κάτι κλωστές εκεί και τις γυρίζει ανάποδα. Ε Θε μου και πώς εσπίθισε το μάτι μου. Ειδικά όταν (θαρρώ πως) σιγομουρμούρισε “ε μα δεν το ‘φαίνω εγώ ξανά ‘κιονά”, την πήρα την απόφαση ότι αυτό το σπάνιο κομμάτι πρέπει να γίνει δικό μου. Τελειώσαμε τη συνέντευξη, την καταγραφή, τη φωτογράφιση, τις μυζηθρόπιτες και αγόρασα το υπέροχο χειροτέχνημα. Γυρνώντας σπίτι, πέταξα το σακίδιο στο πάτωμα και έτρεξα να στρώσω όλο καμάρι το νέο απόκτημα πάνω στο hallway table που λένε και στο χωριό σας. Μεμιάς ομόρφισε η γωνιά. Ναι, απ’ αυτές είμαι. Που γεμίζω το σπίτι σεμεδάκια. Και στην τηλεόραση απάνω θα βάλω άμα θέλω, ‘ντάξει; #ΔεςΕδώΧαρά Υφάντρα: Μαρία Ζαχαριουδάκη από το Mitos Traditional Cretan Handicrafs Συνεργάτης: Αμαλία Λαδωμένου Φωτογραφία: Μανώλης Βάρδας
Γητειές για τον φταρμό

“- Πού πας, φταρμέ; Πού πας, καημέ; Πού πας, κακοποντισμέ;” Οι γητειές για τον φταρμό, τα λόγια που λένε στην Κρήτη για να αντιμετωπίσουν το κακό μάτι, περιλαμβάνουν φράσεις όπως οι παραπάνω. Φράσεις στις οποίες η ασθένεια προσωποποιείται και παίρνει ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Ο φταρμός μπορεί να περπατήσει, να συναντήσει ανθρώπους για να τους κάνει κακό, καλείται όμως να απαντήσει και στην ερώτηση που του θέτει ο άνθρωπος. Διαβάζοντας πίσω από τα “ανθρώπινα χαρακτηριστικά” του φταρμού, βλέπουμε την ανάγκη του ανθρώπου να ελέγξει και να διαχειριστεί ψυχολογικά το “κακό” που τον βρήκε. Έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι παραλλαγές που συγκεντρώνω από τα χωριά της Κρήτης για τον φταρμό γιατί δείχνουν αφενός τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός μικροτόπου (όταν είναι ορεινή κοινότητα ή πεδινή και ούτω καθεξής) και αφετέρου τα κοινά πανανθρώπινα συναισθήματα. Φόβος και ανησυχία μπροστά στην ξαφνική σωματική αδιαθεσία που έχει διαταράξει την καθημερινότητα. Μέσα σε αυτές τις συναισθηματικές αναταραχές όμως, υπάρχει ένα ακόμα οικουμενικό αίσθημα: εκείνο της δύναμης. Της δύναμης που κουβαλά ο άνθρωπος να διαχειρίζεται όσες αναποδιές τού τυχαίνουν. Αν είναι φταρμός θα τον ξορκίσει “στα όρη, στ’ άγρια βουνά”, αν είναι λόξυγκας θα τον ξεγελάσει με παλαιινές πρακτικές, αν είναι ηλίαση, θα “χύσει τον ήλιο”. Οι Γητειές μας είναι πραγματικά υπέροχες. Έχουμε έναν λαο-εθνο-ανθρωπολογικό πλούτο και σας ευχαριστώ όλους που με στηρίζετε να εντάξουμε τις Γητειές της Κρήτης στην Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ελλάδας στέλνοντάς μου υλικό για να εμπλουτίσω τον φάκελο που ετοιμάζω προς το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Ο φάκελος εκτός από το πρωτογενές υλικό θα έχει και ερμηνευτικούς σχολιασμούς. Αν έχετε ζητήσει ποτέ από κάποιον να σας γητέψει ή κατέχετε οι ίδιοι μία γητειά, παρακαλώ αφιερώστε λίγα λεπτά για να συμπληρώσετε την online φόρμα με τις ερωτήσεις εδώ: https://docs.google.com/…/1cfAAHEnsYapfiLoa9cqU…/edit… Μπορείτε να μου τις στέλνετε απευθείας είτε στο messenger είτε στο smzeaki@gmail.com. Μην ξεχνάτε να συμπληρώνετε το ονοματεπώνυμο του ανθρώπου που τη χρησιμοποιεί καθώς και την τοποθεσία ώστε να κάνω μία ενδεικτική γεωγραφική χαρτογράφηση. Σας ευχαριστώ από καρδιάς.
Νέος μήνας, νέα τέχνη

Θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες για την καλαθοπλεκτική και την ψαθοπλεκτική, την πορεία τους ως χειροτεχνικό επάγγελμα, τη βιωσιμότητά τους σε έναν κόσμο που λατρεύει το εργοστασιακό προϊόν, το πολιτισμικό τους κεφάλαιο που πλαισιώνει τις πρακτικές ανάγκες του ανθρώπου, το marketing και το storytelling που μπορούμε να χτίσουμε γύρω από το κρητικό καλάθι, αλλά δε θα πούμε τίποτα τώρα. Τώρα, θα σκύψουμε πάνω από το καλάμι και την ψάθα και με μετρημένες κινήσεις στα δάχτυλα, σιωπηλά, κάπως τελετουργικά, θα δημιουργήσουμε. Όπως μου έδειξε ο Γρηγόρης. Τώρα που μπαίνει Σεπτέμβρης και βάζουμε νέους στόχους και δραστηριότητες για τη χρονιά, ας σκεφτούμε μήπως γραφτούμε σε σεμινάρια καλαθοπλεκτικής. Εγώ το σκέφτομαι σοβαρά. Καλό φθινόπωρο!
Η μικρή μας πλατεία Χειροτεχνίας

Η πλατεία αυτή είναι μία μικρή -ίσως η πιο μικρή- πλατεία στην Επισκοπή. Στην Επισκοπή που λέτε, έγινε ένα τριήμερο εκδηλώσεων για τον κρητικό διατροφικό πολιτισμό. Σε όλο το χωριό στήθηκαν περίπτερα, μαγειρέματα, ομιλίες, δρώμενα, μουσικές, παιδικές δραστηριότητες. Ένα πλούσιο πρόγραμμα που ενεργοποίησε τοπικά οικοσυστήματα. Κάπου λοιπόν στην άκρη του χωριού, στο τέρμα της περιπατητικής διαδρομής ήταν και η μικρή αυτή πλατεία. Η πλατεία Χειροτεχνίας όπου θα βοηθούσα ανθρώπους που ασχολούνται με τις λαϊκές τέχνες και τις πρώτες ύλες, να προβάλλουν τα προϊόντα τους και να μοιραστούν τις πολύτιμες γνώσεις τους σε κάποια από τα πιο παλιά επαγγέλματα: ύφανσης, καλαθοπλεκτικής, μαρμαρογλυπτικής. Φορέας διοργάνωσης ήταν η Εκπαιδευτική Αναπτυξιακή Εταιρεία Πλοηγός για την οποία έχω αναλάβει ως εξωτερική συνεργάτης το έργο Χειροτεχνία στην Κρήτη. Φορέας χρηματοδότησης η Περιφέρεια Κρήτης που στηρίζει τέτοιες πρωτοβουλίες για τον τόπο μας. Ανάμεσα σε όλα τα συγχαρητήρια που δίνω στην ομάδα του Πλοηγού, τους διοργανωτές, την τοπική αυτοδιοίκηση, θα ήθελα να πω ένα ζεστό ευχαριστώ: Στις γυναίκες της Εργάνης που σήκωσαν αθόρυβα μεγάλη ευθύνη του φεστιβάλ τη Σεβαστή γιατί ξέρει να βάζει τα πάντα στη θέση τους την Αμαλία που μάντευε από την άλλη άκρη του χωριού τί χρειάζομαι την Κλαίρη που με βοήθησε να κάνω “φου φου” στα σύννεφα να μη βρέξουν τον Γιάννη με το τροχονομικό του φωσφοριζέ γιλέκο που ρύθμιζε την κυκλοφορία των κερασμάτων στη γειτονιά τον Μηνά που πηγαινόφερνε βόλτα τους πάγκους και τις καρέκλες τα εθελοντάκια μας, έφηβα παιδιά, που ζητούσαν να τους αναθέσουμε δουλειές τον Αντώνη για το σαπόρτ στο λάπτοπ, τον προτζεκτορα και την ήρεμη δύναμη τη Χαρά με το χαμόγελο-υπόσχεση πως η μικροφωνική μας λειτουργεί άριστα τον Μανώλη που με βοήθησε χθες αργά το βράδυ να μαζέψουμε τα περίπτερα τη Ρένα και τον Γιάννη που υφαίνουν τη διαγενεακή μνήμη με τους φορητούς αργαλειούς τους τον Νικόλα και τη Ράνια που φέρνουν τον αέρα της καινοτομίας μέσα από το μάρμαρο τη Σοφία και τον Γρηγόρη που μας μύησαν στην (υπέροχη) τέχνη της καλαθοπλεκτικής την Ελπινίκη και την Κατερίνα που μοσχοβόλισαν το σοκάκι με τα σαπούνια τους Τέλος, τον πιο αφανή ρόλο που συνήθως δε χειροκροτά κανείς στο τέλος: τον Νίκο τον ηλεκτρολόγο που μαστόρευε τα πάντα για να έχουμε στο φεστιβάλ μπόλικο φως. Αυτή ήταν η πλατεία μας. Και όλοι οι παραπάνω, οι άνθρωποι που της έδωσαν ζωή και αγάπη περιμένοντας τον κόσμο να τους ανακαλύψει. Και στην άλλη με καλό, σε άλλη πλατεία!
Γητειές της Κρήτης

Ήμουν 2,5 μηνών όταν τραβήχτηκε τούτη η φωτογραφία στις διακοπές μας, αυγουστιάτικες μέρες του 1988. Η μητέρα μου απαθανατίζει με τον φακό τη στιγμή που η πεθερά της, η κρητικιά γιαγιά μας Καλλιόπη, μοιράζεται λόγια παλαιινά στον μεγάλο μου αδερφό. Και εκείνος τα καταγράφει. Όποτε βλέπω τούτη τη σκηνή, η σκέψη μου τρέχει στο γράμμα που έστειλε ο αρχαιολόγος William John Thoms το 1846 στην Αγγλία, στο περιοδικό Athenaeum, μιλώντας για τις λαογραφικές καταγραφές και υπογραμμίζοντας “την επιστράτευση της βοήθειάς σας στη συγκέντρωση της λίγης γνώσης που έχει απομείνει διασκορπισμένη στους αγρούς σαν τα στάχυα…” Στους αγρούς σαν τα στάχυα λοιπόν, από παιδί και εγώ καταγράφω ιστορίες Λαογραφίας. Μα αγαπώ ιδιαίτερα τις Γητειές της Κρήτης. 10 χρόνια τώρα τις μαζεύω πολύ προσεκτικά στα τετράδιά μου και έπειτα τις μελετώ κάτω από τον επιστημονικό φακό. Αποφάσισα φέτος να υποβάλλω αίτηση για να εγγραφούν στον Εθνικό Κατάλογο για την Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ελλάδας, στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Όσοι κατέχετε ηντά ‘ναι οι Γητειές της Κρήτης, θα ήθελα πολύ να με βοηθήσετε σε τούτο τον στόχο. Οι γητειές ή αλλιώς γηθειές είναι οι λεγόμενες επωδές για όσους βαδίζουν στα μονοπάτια της επιστήμης της Λαογραφίας. Λόγια επιφορτισμένα με μαγικές ιδιότητες να επιφέρουν το καλό ή να αποτρέπουν το κακό. Στην Κρήτη συνιστούν ζωντανό κεφάλαιο της καθημερινότητας του εντόπιου πληθυσμού σε κάθε γωνιά του νησιού, παραδοσιακή ή αστική. Έχουμε Γητειές για τον φταρμό (βασκανία), για δερματικές παθήσεις (βλέπε μυρμηγκιά), για οικιακή ευημερία (καλή σοδειά), για καλλωπισμό, για χίλια δυο πράγματα. Και κάθε μία φέρει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: ως προς τις επιτελεστικές κινήσεις, τα αντικείμενα, τον τρόπο μετάδοσης από γενιά σε γενιά. Όλα αυτά τα ωραία λοιπόν, τα πρωτοκατέγραψα πριν από αρκετά χρόνια και τα κατέθεσα στο Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας. Είχα τη μέγιστη τιμή (και τη συγκίνηση) να λάβω έπαινο από την έγκριτη επιτροπή της Ακαδημίας Αθηνών. Τώρα όμως, θέλω να προσπαθήσουμε όλοι μαζί. Ετοιμάζω τον φάκελο υποβολής του Στοιχείου και όσες κι αν έχω καταγεγραμμένες όλα αυτά τα χρόνια μέσα από συνεντεύξεις και επιτόπια έρευνα, όλο και κάποια παραλλαγή θα μου έχει ξεφύγει. Πέραν τούτου, θέλω να χαρτογραφήσω τη γεωγραφική κατανομή τους και τη βιωματική τους εφαρμογή στο σήμερα. Μαζί με το πρωτογενές υλικό που συγκεντρώνεται, μαζί με τις συνεντεύξεις και την επιτόπια έρευνα, θα καταθέσω επιστημονικούς σχολιασμούς και ερμηνείες σχετικά με το λαογραφικό αυτό φαινόμενο της Κρήτης. Αν λοιπόν γνωρίζετε τις γητειές, αν έχετε απευθυνθεί έστω και μία φορά στη ζωή σας σε κάποιον ή κάποια για να σας γητέψει, αν γνωρίζετε εσείς ο ίδιος-α κάποια γητειά, σας παρακαλώ μπείτε στην παρακάτω online φόρμα, αφιερώστε λίγα λεπτά και βάλτε το λιθαράκι σας: https://docs.google.com/…/1cfAAHEnsYapfiLoa9cqU…/edit… Και αν θέλετε, κοινοποιήστε αυτή την ανάρτηση για να μάθουν και άλλοι για την προσπάθεια αυτή. Κάθε κίνησή σας είναι πολύτιμη. Σας ευχαριστώ από καρδιάς. Καλή μας επιτυχία!!
Φύσα, βοριά μου, όσο θες

Κάθε άνθρωπος θαρρεί τον τόπο του ξεχωριστό από τσ’ άλλους. Εγώ λοιπόν θα σας πω για τις Μέλαμπες. Όποιον ρωτήσετε στην Κρήτη για τους μελαμπιανούς, θα σας μιλήσουν για ανθρώπους μερακλήδες. Υπάρχουν ερμηνείες πίσω από τη διαγενεακή φήμη της μελαμπιανής παρέας αλλά θα τις συζητήσουμε όταν με το καλό τελειώσει η διδακτορική μου έρευνα. Σίγουρα πάντως έχει να κάνει με ένα ολόκληρο αξιακό σύστημα που συσπειρώνει την κοινότητα και όχι απλώς έναν τρόπο ψυχαγωγίας. Μία (ακόμη) καντάδα λοιπόν έγινε προχθές στο χωριό. Τραγουδώντας (σ)τα σοκάκια βγήκαμε στον κάτω αμαξωτό. Από εκείνο το σημείο βλέπεις τη μαύρη γη που άφησαν οι πρόσφατες πυρκαγιές. Από εκεί επίσης μπορείς να δεις στο απέναντι χωριό το σημείο όπου ξεκίνησε η μικρή εστία φωτιάς τη μαύρη μέρα που ξημέρωσε στις 15 Ιουλίου. Στον κάτω αμαξωτό επίσης είναι που ο βοριάς πρωτόρχεται και δροσερεύει το χωριό. Ο ίδιος βοριάς όμως το χαστουκίζει και το απειλεί κάθε καλοκαίρι με τις μικροπυρκαγιές. Ο ίδιος βοριάς που φέτος έθρεψε τη σπίθα σε πύρινη λαίλαπα καίγοντας τα 20.000 στρέμματα και τα εισοδήματα ενός ολόκληρου χωριού. Στον κάτω αμαξωτό λοιπόν βγήκε η στρατιά της προχθεσινής καντάδας. Η παρέα γύρισε εκείνη την ώρα και φούντωσε. Και ξεκινά ο Φλυτζάνης (στα μισά του βίντεο) τη μαντινάδα που ‘λεγε ο Σκορδαλός θαρρώ, για να την αποπάρουν με ορμή οι υπόλοιποι: Φύσα, βοριά μου όσο θες, φύσα και δεν πειράζει, μα Μέλαμπες χωρίς βοριά καθόλου δεν ταιριάζει. Στο παρακάτω βίντεο βλέπετε 4 λεπτά από την πολύωρη καντάδα και τον δυνατό αέρα να χτυπά το χωριό, να χαλά τον κόσμο. Οι συγχωριανοί (τού) ανταπαντούν. Λες κι έχει ο βοριάς πρόσωπο, ανθρώπινα στοιχεία και δαμάζεται. Όποιος ερευνητής μελετά τον λαϊκό λόγο, κατανοεί πώς σκέφτεται μία τοπική κοινωνία. Και όταν βλέπεις ανθρώπους να “μιλούν” σε τέτοιες δυνάμεις κατ’ αυτό τον τρόπο, αφουγκράζεσαι μία αρχέγονη σιγουριά στη δύναμη της κοινότητας, πως μπορούν να τα βάζουν με τα στοιχεία της φύσης. Και η αλήθεια είναι πως οι Μελαμπιανοί μόνοι τους κυρίως τα βγάζουν πέρα κάθε χρόνο με τη φωτιά. Κι αν δεν ήταν πάλι αυτοί, θα είχαν καεί φέτος όλα τα σπίτια στον ορεινό αυτόν οικισμό της νότιας Κρήτης. Βρείτε μου λοιπόν ένα χωριό, έστω μία κοινότητα στην Ελλάδα που στέκεται ΣΥΣΣΩΜΗ απέναντι στην καμμένη περιουσία και τηνε τραγουδά. Αυτοί λοιπόν είναι οι Μελαμπιανοί. Τους δίνεις αποκαΐδια και τα κάνουν πείσμα. Τους δίνεις σκοτίδι και σου δίνουν πίσω Φως. Εμείς θα το στήσουμε ξανά το χωριό. Αλλά πρέπει να αποδοθούν και ευθύνες. Κι όποιος νιώθει, ας μας στηρίξει. Φύσα, βοριά μου, όσο θες. Εδώ το βίντεο: https://www.facebook.com/597245870/videos/1221349375386077/
Νέος αργαλειός in town!

Πριν 10 χρόνια έζησα για λίγο καιρό στον Ζαρό, καταγράφοντας Γητειές της Κρήτης. Κάθε μέρα περνούσα από τη Μαρία Ζαχαριουδάκη που δούλευε τους αργαλειούς της από το πρωί μέχρι αργά. Της έλεγα για την επιθυμία μου να αποκτήσω κάποτε έναν και εκείνη – όλο αγάπη- με άφηνε να κάθομαι σε έναν δικό της. Έτσι, στα μεσημεριανά διαλείμματα που δεν μπορούσα να παίρνω συνεντεύξεις από τους κατοίκους, τρύπωνα στον οντά της Μαρίας και ύφαινα την πρώτη μου κουρελού. Από τότε, έψαχνα και μάζευα εξαρτήματα. Από τις κρητικές μου γιαγιάδες, φίλους, γενναιόδωρες γυναίκες. Όμως η ανάγκη να αποκτήσω δικό μου αργαλειό μεγάλωνε με τα χρόνια. Και κάπως έτσι, βρήκα πριν λίγο καιρό τη Ρένα Τσιράκου με το Χειροποίητο Αργαστήρι στις Λίμνες Μεραμπέλλου. Η Ρένα δημιουργεί επιτραπέζιους φορητούς αργαλειούς και ξέρει όλη τη διαδικασία επεξεργασίας του μαλλιού από την κουρά μέχρι τη βαφή και το μιτοχτένιασμα. Της παρήγγειλα πριν εβδομάδες τον δικό μου κι όταν ήταν σχεδόν έτοιμος, πήγα σαν το κοπέλι να κουκουβίσω δίπλα της. Είχε γεμίσει το πίσω αντί με το στημόνι και με περίμενε να κάνουμε το μίτωμα. Έβλεπα τα δάχτυλά της επιδέξια να περνούν τις κλωστές στο σύγχρονο μικρό εργαστήρι. Κάποια στιγμή με κάθισε στη θέση της, να κάνω εγώ το μίτωμα. Με παρακολουθούσε και με διόρθωνε, προσθέτοντας συμβουλές και μικρά μυστικά. Εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκα ένα ξημέρωμα στις Μέλαμπες που με πήραν γιαγιάδες να ξεκινήσουμε το μίτωμα σ’ έναν τρίπαλιο αργαλειό, με 4 μιτάρια κιόλας. Όφου Θε μου η υπομονή ντωνε. Μονάχα τις ξάνοιγα, πού να χώσω εγώ άμαθα τα δαχτύλια μου ‘κεια μέσα. Το να μαθαίνεις μία τέχνη βιωματικά από γυναίκες του τόπου σου είναι ευλογία. Και είναι πολύ, μα πολύ φωτεινό που η χειροτεχνία έχει αρχίσει να παίρνει στην καθημερινότητά μας τη θέση που της αξίζει.
Πόσο πάει το μαλλί; Η κουρά ως μοχλός τοπικής οικονομίας και βιώσιμης ανάπτυξης

Ρώτησα κάποτε έναν κτηνοτρόφο πόσο κοστίζει το μαλλί από την κουρά των ζώων του. Μου απάντησε ότι δεν το πουλάει πια. Ότι κανείς δεν το αγοράζει πια. – Και τόσο μαλλί πού καταλήγει;, ρώτησα εναγωνίως. – Το πετάμε ή το καίμε, απάντησε με απογοήτευση. Η κουρά των ζώων γίνεται συνήθως στο τέλος της άνοιξης. Όταν το υψόμετρο είναι μεγαλύτερο επιτρέπει στους κτηνοτρόφους να κουρεύουν τα ζώα τους και αργότερα, στις αρχές του καλοκαιριού. Πέρα από την πρακτική της αξία για την υγιεινή και την ανακούφιση των ζώων, η κουρά θα λέγαμε πως κουβαλά παράλληλα κοινωνικές και πολιτισμικές διεργασίες για τους συμμετέχοντες. Συνιστά μία εορταστική τελετουργία στον ποιμενικό κύκλο του έτους, μία ευκαιρία για τον κτηνοτρόφο να καλέσει φίλους και δικούς στα όρη για ένα τραπέζι στη φύση. Μέσα από τέτοιους συμποσιασμούς ένα κοινωνικό δίκτυο ανανεώνει τους δεσμούς του, (επανεκ)τιμά τον ρόλο του στην κοινότητα, ενισχύει την ταυτότητά του στον χώρο και τον χρόνο. Οι καταγραφές και οι συζητήσεις με ηλικιωμένους στα χωριά της Κρήτης αποτυπώνουν μία διαδικασία των παλαιότερων χρόνων που ξεκινούσε από την κουρά και κατέληγε στην ύφανση ενδυμάτων ή άλλων εργόχειρων για το νοικοκυριό. Μία διαδικασία κυκλικής οικονομίας η οποία χωριζόταν σε τρία μέρη: συγκέντρωση μαλλιού, επεξεργασία και αξιοποίηση. Η συγκέντρωση του μαλλιού γινόταν στον χώρο της κουράς. Αν ήταν εφικτό, ξεχώριζαν από την αρχή τα μαλλιά ανάλογα με το χρώμα (άσπρα, μαύρα) και τη φυλή του ζώου (πχ η σφακιανή φυλή έχει διαφορετικό μαλλί από τη γαλλική). Τα καθάριζαν με τα χέρια από χώματα και πέτρες και τα έβαζαν στα τσουβάλια. Στη συνέχεια, αναλάμβαναν οι γυναίκες –ο έμφυλος διαχωρισμός στον επιμερισμό εργασιών δε μένει ποτέ απαρατήρητος στη λαο-εθνο-ανθρωπολογική έρευνα. Πρωταρχικό μέλημα των γυναικών ήταν η αποστείρωση με το βράσιμο των μαλλιών σε μεγάλα καζάνια. Έπειτα τα άπλωναν για το πρώτο στέγνωμα και κατόπιν τα έπλεναν σε τρεχούμενο νερό. Μετά το δεύτερο στέγνωμα ήταν έτοιμα για επεξεργασία. Η επεξεργασία του μαλλιού ήταν μία διαδικασία που συνδύαζε πλήθος εργαλείων και πρακτικών με γνώση και έμπειρα χέρια. Μέρος του μαλλιού μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως γέμισμα για μαξιλάρια ή ως μονωτικό υλικό στο κτίσιμο σπιτιών. Η κύρια χρήση του ωστόσο ήταν στην υφαντική τέχνη. Η επεξεργασία του πυκνού άγριου μαλλιού μέχρι να γίνει λεπτή κλωστή δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε λίγες γραμμές στο πλαίσιο ενός άρθρου. Ίσως μία απλή επιγραμματική αναφορά στην αλυσίδα τούτη να μας βοηθήσει να θυμηθούμε ή να κατανοήσουμε το φόρτο εργασιών που απαιτούνταν κάποτε: “οι γυναίκες ξαίνουν το μαλλί με ειδικά χτένια (χειρόχτενα) και το τυλίγουν σε κουβάρια (τουλούπες). Γεμίζουν τη ρόκα και χρησιμοποιούν το αρδάχτι με το οποίο κλώθουν το μαλλί. Σειρά έχει το τυλιγάδι και η ανέμη για το (ξε)τύλιγμα της κλωστής”. Και όταν όλα πια είναι έτοιμα, ετοιμάζεται και ο αργαλειός για να αρχίσουν τα χέρια της υφάντρας να δημιουργούν. Πώς να αποτυπώσεις με λίγες λέξεις τις διαδικασίες που θέλουν μέρες και εβδομάδες για να ολοκληρωθούν. Πρόκειται για εργασίες που απαιτούν πολλά χέρια, πολλές ώρες, πολύ μόχθο. Εργασίες οι οποίες στο τέλος δεν ανταμείβονται ανάλογα. Είναι λοιπόν λογικό επακόλουθο για τους ανθρώπους που ασχολούνται ακόμα με την υφαντική τέχνη να καταλήγουν σε εισαγόμενες πρώτες ύλες ως πιο εύκολη και οικονομική λύση. Και το μαλλί από τις κουρές του νησιού αναγκαστικά να στιβιάζεται σε τσουβάλια δίπλα στους κάδους σκουπιδιών. (Αν δεν υπάρχουν και κάποιοι που το πετούν σε ποταμούς). Αν όμως παρατηρήσουμε τη δυναμική που έχει η αλυσίδα αυτή για την τοπική οικονομία, ίσως εντοπίσουμε δυνατότητες βιώσιμης ανάπτυξης. Και ίσως σταθούμε ν’ αναζητήσουμε τρόπους συλλογικής οργάνωσης και συνεργασίας προς μία τέτοια κατεύθυνση. Ένα τέτοιο εγχείρημα ωστόσο θέλει μελέτη, σχεδιασμό και σίγουρα ρεαλιστική προσέγγιση δίχως εξωραϊσμό του παρελθόντος. Οι παλιές πρακτικές που βλέπουμε από τις γιαγιάδες συνιστούν ένα πολύτιμο πολιτισμικό κεφάλαιο που θέλουμε να καταγράφουμε και να θυμόμαστε. Πρακτικά όμως δεν είναι εύκολο για τις νεότερες γενιές να υλοποιούν τέτοιες πρακτικές με επιχειρηματική βιωσιμότητα. Αυτό που θα μπορούσε ωστόσο να διερευνηθεί είναι μία πιλοτική δράση μικρής κλίμακας που να δίνει έμφαση αρχικά στην ενημέρωση των κτηνοτρόφων, τη συγκέντρωση του μαλλιού και την αποστείρωση-αποθήκευση. Έπειτα, με σχεδιασμό και μελέτη μπορούν να διερευνηθούν εναλλακτικοί τρόποι επεξεργασίας του μαλλιού με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Αυτό το στάδιο θα προσδιορίσει και τα επόμενα: είτε δυνατότητες πώλησης του μαλλιού ως πρώτη ύλη σε δίκτυα διανομής εντός και εκτός Ελλάδας είτε άμεση απορρόφηση από τις υφάντρες του νησιού. Καθώς αν παρακολουθεί κανείς το επιχειρηματικό γίγνεσθαι των γυναικών στην Κρήτη του σήμερα θα ανακαλύψει μία αναζωγόνηση της υφαντικής τέχνης με νέες γυναίκες να στήνουν τους αργαλειούς και να πουλούν τα υφαντά τους ως επώνυμο brand σε εγχώριες και διεθνείς αγορές. Μία σκέψη λοιπόν μοιράζομαι με το άρθρο αυτό, υπολογίζοντας τους τόνους μαλλιού κάθε χρόνο στην Κρήτη που δεν αξιοποιούνται αλλά “πηγαίνουν χαμένοι” ενώ οι κοινότητες του τόπου μας διαθέτουν φυσικούς πόρους, ανθρώπινο δυναμικό, οικολογική συνείδηση, πολιτισμική κληρονομιά. Ας μην ξεχνάμε ότι οι καιροί επιτάσσουν τη στροφή σε θέματα κυκλικής οικονομίας και βιώσιμης ανάπτυξης, οπότε ίσως έχει έρθει η στιγμή να επανεξετάσουμε τις δυνατότητες και τις προοπτικές μας.
Σε κάποιο κρητικό γλέντι, κάπου, σ’ ένα μικρό χωριό

“Πάμε να χορέψουμε;”, είναι η ερώτηση που θέλω να ακούω συνέχεια αυτό το καλοκαίρι. Να σηκωνόμαστε από τo τραπέζι και να πιάνουμε (σ)τον κύκλο. Έναν ασφυκτικό κύκλο σε μία ασφυκτική πλατεία. Σε κάποιο κρητικό γλέντι κάπου σ’ ένα χωριό. Στα τραπέζια να μοιραζόμαστε το αντισηπτικό αλλά στον χορό μόλις πλησιάζουμε να βουτάμε δίχως δισταγμό ν’ αρπάζουμε χέρι ελεύθερο. Να μπαίνουμε στον κύκλο, στην τροχιά του συρτού, στον ρυθμό της ζωής. Ο λυράρης να ξεκινά τη μαντινάδα κι εμείς από κάτω να τη συνεχίζουμε. Να κοιταζόμαστε ξένοι μέσα σε ξένους και να γελάμε. Αλήθεια αναρωτιέμαι, αν την ώρα που χορεύεις σε ρωτήσει κάποιος “γιατί γελάς”, τί θα του απαντούσες; Να γινόμαστε ένα με τον κύκλο και να συντονιζόμαστε στα τσακίσματα και στις στιγμές που ανασαίνει σύσσωμη η σπείρα. Τέτοιες στιγμές η καρδιά χτυπά δυνατά κι ας κεντρίζει το μυαλό με τη σκιά του κορωνοϊού που παραμονεύει σε τέτοιους συμποσιασμούς. Χθες βράδυ πήγαμε στην 25η γιορτή Καπρικού (κρητικός μεζές από χοιρινό κρέας στον ξυλόφουρνο) στον Γαλατά Ηρακλείου. Ένα μικρό χωριό δίπλα στο Αρκαλοχώρι που προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του από τον καταστροφικό σεισμό του περασμένου Σεπτέμβρη. Μπαίνοντας στο χωριό με το αμάξι βλέπαμε γκρεμισμένα σπίτια, σημαδεμένα με κίτρινες ή κόκκινες σημάνσεις από τον σεισμό, τοίχους γεμάτους ρωγμές, σκοτεινιά, ερημιά. Και μόλις φτάσαμε στην πλατεία, ένας άλλος κόσμος: γέλια, χαρές, φως, ελπίδα. Τούτη είναι η μεγαλύτερη ρωγμή που μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος στον Χρόνο και την Ύλη. Σκέφτομαι τα λόγια του Kurt Ranke, Γερμανού εθνολόγου που μελετούσε τη λαϊκή λογοτεχνία: “Μπορούμε να υπερνικήσουμε τον κόσμο με το παραμύθι (ηρωική ανύψωση), να τον ζήσουμε με την παράδοση (στοιχεία τραγικότητας) και να αντισταθούμε στον κόσμο γελώντας (λυτρωτική διακωμώδηση της νοσηρότητάς του). Ας χορεύουμε λοιπόν. Ας χορεύουμε γελώντας! ΥΓ. Δείτε το βίντεο (2 min) που ετοίμασε η κοινότητα του Γαλατά ως κάλεσμα για τη φετινή γιορτή Καπρικού, εδώ.