Μάρτης, γδάρτης

Τα λαϊκά παραμύθια κρύβουν αξίες, αρετές και διδάγματα κοινωνικής συμπεριφοράς. Ο καθένας βρίσκει σε αυτά όσα ‘γαπά ή του λείβονται. Θυμάμαι λοιπόν εκείνο το παραμύθι με τη γριά γυναίκα που μάζευε χόρτα στο βουνό και την έπιασε βροχή. Μπήκε να προφυλαχθεί σε μια σπηλιά όπου την καλοδέχτηκαν δώδεκα παληκάρια. Στη συζήτηση, τα παληκάρια άρχισαν να “κατηγορούν” τον κάθε μήνα, την κάθε εποχή: τη μια ότι έχει πολύ κρύο, την άλλη ότι έχει πολλή ζέστη. Αλλά η γυναίκα δε συμφωνούσε, μόνο δικαιολογούσε και υπογράμμιζε το πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος και της βροχής, και του χιονιά και της ζέστης. Τα παληκάρια -που δεν ήταν άλλοι από τους 12 μήνες- καταφχαριστημένοι από τον καλό λόγο της γυναίκας, της επέστρεψαν το σάκο γεμάτο φλουριά αντί για τα ταπεινά χόρτα του βουνού. Βέβαια, η “κακιά, άσχημη και ζηλόφθονη” γειτόνισσα του παραμυθιού είδε τα φλουριά και προσπάθησε να μιμηθεί την εμπειρία μαζεύοντας χόρτα, βρίσκοντας τη σπηλιά και πιάνοντας την κουβέντα με τους νεαρούς. Αλλά στις κουβέντες τους έσπευδε πρώτη να κατηγορήσει το κρύο και τα χίλια κακά που έχει κάθε μήνας και κάθε εποχή. Οι μήνες την ξεπροβόδισαν με ένα τσουβάλι κάρβουνα και φίδια. Εντάξει, καλή και η υπομονή και η αγάπη και η κατανόηση, αλλά μπαίνει επισήμως η άνοιξη κι είμαστε ακόμα με τα πουλόβερ και τα παλτά. Ε μα σώνει δα μπλιο. #ΈβγαΉλιεΜου
Θυμάσαι την πρώτη σου συνέντευξη για δουλειά;

Θα σας γυρίσω αρκετά χρόνια πίσω, όταν σας κάλεσαν στην πρώτη συνέντευξη για δουλειά. Μουδιασμένοι, μ’ ένα βιογραφικό ίσα να γεμίζει μία κόλλα Α4. Με μηδαμινή εργασιακή εμπειρία αλλά όρεξη για δουλειά. Σίγουρα έχουμε να μοιραστούμε πολλές ιστορίες από τις συνεντεύξεις αυτές. Ιστορίες αστείες, ιστορίες όχι τόσο αστείες. Το καλό είναι ότι ο κλάδος HR σήμερα και οι επαγγελματίες του ανθρώπινου δυναμικού έχουν αναβαθμιστεί σε νευραλγικούς ρόλους για μία εταιρεία, προσφέροντας πολλά στην εύρυθμη λειτουργία του επιχειρηματικού κόσμου. Τί συμβαίνει ωστόσο από την πλευρά του υποψήφιου που έρχεται σε μία συνέντευξη για δουλειά; Ε λοιπόν, ένα αλλιώτικο σεμινάριο κάναμε στο Μητροπολιτικό Κολλέγιο. Ένα rpg job interview. Ένα role playing game με προσομοίωση συνέντευξης για θέση εργασίας. Οι φοιτητές έκαναν ζευγάρια υπεύθυνου HR – υποψήφιου για δουλειά και άλλαζαν ρόλους σε σενάρια βιογραφικών και θέσεων εργασίας. Ο σκοπός ήταν να τους εξοικειώσουμε με μία διαδικασία Επικοινωνίας στην οποία αφενός ο εργοδότης θέλει να γνωρίσει καλύτερα τον υποψήφιο, αφετέρου ο υποψήφιος πρέπει να “πουλήσει” καλύτερα τον εαυτό του. Το personal branding δεν είναι εύκολη διαδικασία αλλά οι φοιτητές κατάφεραν να μας δώσουν φωτεινά δείγματα. Σε όλο αυτό το παιγνιώδες σεμινάριο είχα πολύτιμη συνάδελφο τη Μικαέλα Γιανναδάκη, HR στον χώρο του τουρισμού. Με πλούσια εμπειρία και γνώσεις, παρατηρητικότητα και εύστοχες παρεμβάσεις βοήθησε τους φοιτητές να κατανοήσουν τον ρόλο από την άλλη μεριά του γραφείου σε μία διαδικασία συνέντευξης. Μικαέλα, σε ευχαριστώ. Και ένα ευχαριστώ στους φοιτητές – φοιτήτριες που βρήκαν το θάρρος για interview μπροστά σε κοινό. Δεν είναι καθόλου εύκολη διαδικασία! Αν χρειαστεί κάποια στιγμή να προσλάβετε άνθρωπο και χτυπήσει την πόρτα σας κάποιο νέο παιδί με ελάχιστη εργασιακή εμπειρία, θυμηθείτε την πρώτη σας συνέντευξη. Και δώστε την ευκαιρία που δόθηκε και σε εσάς κάποτε.
Ποδαρικό με το podcast για την Περιφέρεια Κρήτης

Ας κάνω κι εγώ ποδαρικό στο facebook με κάτι καινούριο για τη νέα χρονιά. Η Περιφέρεια Κρήτης απέκτησε το δικό της podcast! Δώσαμε τον τίτλο “Ιστορίες δια… Τροφής” και το δημιουργήσαμε στο πλαίσιο των δράσεων για το ευρωπαϊκό δίκτυο Mediterranean Diet Network στο οποίο η Περιφέρεια Κρήτης συμμετέχει ως εταίρος. Στο πρώτο επεισόδιο (12min) ακούτε για παραδόσεις και έθιμα των πρώτων ημερών της χρονιάς τα οποία συνδέονται με την τροφή και την καλή τύχη, ενώ τα μουσικά σήματα των επεισοδίων εμπνεύστηκε με το μαντολίνο του ο Στεφανής Σαμαρίτης. Ένα χαμογελαστό ευχαριστώ στην υπεύθυνη του έργου MDnet για την Περιφέρεια Κρήτης, Ρούλα Παπαδοπούλου, γιατί κάθε φορά που εμφανίζομαι στο γραφείο της με τη φράση “έχω μία ιδέα”, κάθεται με υπομονή και την ακούει για να τη συζητήσουμε. Λοιπόν, θα μας βρείτε στο Spotify, στο Anchor, στα Google podcasts και σε κάθε πλατφόρμα podcasting. Βάλτε ακουστικά, πατήστε τον παρακάτω σύνδεσμο, απολαύστε και κοινοποιήστε ελεύθερα! https://anchor.fm/region-of-crete/episodes/01-e1csks8 Ώρα καλή!
Τσικνοβορίζει…

“Τσικνοβορίζει”, είπαν κάποιες γυναίκες σήμερα το πρωί μόλις αντίκρυσαν το χιονόνερο να πέφτει στο χωριό. Ανηφορίζοντας τα σοκάκια της Πάνω Ρούγας προσπαθούσα να βρω την προέλευση της λέξης. Αναζήτησα την ετυμολογία στο διαδίκτυο: “Βεβαιωθείτε ότι η ορθογραφία είναι σωστή”, γράφει η μηχανή αναζήτησης όση ώρα δοκιμάζω παραλλαγές της λέξης. – Ε λοιπόν, ίσως πρόκειται για μία σπάνια λέξη, μουρμούρισα με χαμόγελο κι έχωσα το κινητό στην τσέπη του κόκκινου παλτού σφίγγοντας τα χέρια μου να ζεσταθούν. Η σκέψη μου γυρόφερνε τα μελαμπιανά στενά σαν τους αέρηδες που κυνηγούν τούτο τ’ ορεινό χωριό της νότιας Κρήτης. Να ‘ναι ο βορράς η δεύτερη λέξη, αναρωτήθηκα. Είναι αλήθεια πως το χωριό φημίζεται για τους δυνατούς ανέμους χειμώνα – καλοκαίρι. Κι η τσίκνα άραγε, προβληματίστηκα στη συνέχεια. Από πού βγαίνει το ρήμα τσικνοβορίζει. Να ‘ναι οι τσίκνες από τις ξυλόσομπες που δε σταματούν τις κρύες μέρες; Να ‘ναι το νεφελώδες του χιονόνερου που μοιάζει με καπνό τ’ ανέμου; Κάθε φορά που περπατώ στο χωριό γεμίζει σκέψεις το μυαλό μου. Μα είναι οι σκέψεις τούτες ανάλαφρες, κρυστάλλινες, καθάριες. Σα τα χιόνια, τ’ απεναντινά. Κι όπως γεμίζουν τον νου μου, την ίδια ώρα τον γαληνεύουν κιόλας. Δεν έπαιρνα το βλέμμα μου απ’ την κορφή του Ψηλορείτη μέχρι την ώρα που ‘φτασα στο σπίτι που έψαχνα. Χτύπησα την ξύλινη πόρτα και μια ζεστή φωνή με υποδέχτηκε: – Έχω βάλει πατάτες στη σόμπα, οφτές, κάτσε να φάμε παρέα. – Άλλη φορά θα κάτσω, μα σας ευχαριστώ. Ήρθα για την απογραφή… #Απογραφή2021
Βάλε ροζέ

Όταν έχεις ζήσει λοιπόν μία πανδημία με δικούς σου ανθρώπους να μπαίνουν στο νοσοκομείο και την καθημερινότητά σου να ζυγιάζεται σε κρούσματα, εμβολιασμένους, ανεμβολίαστους και συνεχείς απαγορεύσεις, κάθεσαι και επαναπροσδιορίζεις πολλά. Ποιους ανθρώπους εκτιμάς, ποιοι σε αγαπούν, ποιους θέλεις δίπλα σου, με ποιους θέλεις να πιεις ένα κρασί στο πλατεάκι ενός χωριού. Η ζωή μας ξαφνικά έγινε τόσο πολύπλοκη μα και τόσο απλή συνάμα. – Θέλουμε λευκό κρασί. Είναι δικό σας; – Έχουμε λευκό, αλλά δεν είναι δικό μας. Το ροζέ όμως είναι δικής μας παραγωγής. – Τότε βάλε ροζέ. Το πίνω γουλιά – γουλιά και νιώθω να ηρεμούν τα μέσα μου. Γνώριμες γεύσεις παλαιινές. Σαν να πάνε να γίνουν όλα όπως παλιά. Καφενείο, γλέντι, μια μουρνιά, τα τραπεζάκια ν’ απλώνονται τριγύρω. Κι από πάνω να κρέμονται στη σειρά οι στρόγγυλες λάμπες -το σήμα κατατεθέν του ελληνικού καλοκαιριού. Στην πλατεία αντηχεί αγαπημένο συρτό από το μαντολίνο του: “Συ μ’ έμαθες πώς αγαπούν”. Ζητάμε δεύτερο καραφάκι από το ροζέ. Μας το φέρνουν κερασμένο από την απέναντι παρέα και τα ποτήρια υψώνονται εις υγείαν. Ναι, σαν να γίνονται όλα όπως παλιά. Κάποια στιγμή ρωτάμε αν επιτρέπεται να χορέψουμε. Στην πίσω μπάντα σκιας απού ‘ναι σκοτεινά, χωστά-χωστά. Ντα ο χορός δε θέλει και πολλά. Μούδε επίδειξη, μούδε φιγούρα. Μόνο δυο – τρεις ανθρώπους που αγαπάς και λίγο κρασί ροζέ. Του τόπου μας. Καλό αποκαλόκαιρο!, τσουγκρίζει τα ποτήρια η παρέα σφίγγοντας συνάμα τις φθινοπωρινές ζακέτες. Άντε, του χρόνου λέφτερα οι χοροί κι οι αγκαλιές.
Με μπόλικη κανέλα

Το φθινόπωρο έχει μπει επίσημα με τη βροχούλα του και πήρα το σακίδιο να πάω σε cozy καφέ της πόλης του Ηρακλείου να δουλέψω. Μία από τις συνέπειες της πανδημίας είναι ότι βοήθησε τον κόσμο να κατανοήσει (και να αποδεχτεί δίχως γκρίνιες) τη φύση της δουλειάς μας, όσων εργαζόμαστε ως digital nomads τα τελευταία χρόνια. Μπορούμε να δουλεύουμε από παντού αρκεί να έχουμε λαπτοπ και καλό internet. Ζήτησα τον κωδικό του wifi από τον σερβιτόρο. – Θα σας πω, αλλά μη γελάσετε, είπε. Χαμογέλασα με την προειδοποίηση. Το επόμενο λεπτό πληκτρολογούσα το lovebougatsa ανάμεσα σε γέλια σχολιάζοντας την έξυπνη κίνηση του μαγαζιού. Δείτε πόσο εύκολα και απλά μπορεί να τρυπώσει η Επικοινωνία μίας επιχείρησης στην εμπειρία του πελάτη της αξιοποιώντας με μικρές πρακτικές το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της εταιρικής της ταυτότητας. Ναι, τόσο απλά. Μετά το “μικρασιάτικο” χαρμάνι στον ελληνικό σκέτο που παρήγγειλα, μία μπουγάτσα με μπόλικη κανέλα ήταν αναπόφευκτη. Καλό φθινόπωρο είπαμε;
Φάτε, μάτια, ψάρια

Πήγαμε λοιπόν να πάρουμε ψάρια. Στάθηκα στον πάγκο μπροστά λαχταρώντας τη σοδειά της θάλασσας σαν τη γάτα που περιμένει τον ψαρά όταν δένει το καΐκι. – Τί μας προτείνετε για φούρνο;, ρωτάμε ευγενικά την κοπέλα. Όση ώρα παινεύει την πραμάτεια χαζεύω τα ονόματα των ψαριών στις ταμπέλες. Έχω γενικά μία ιδιαίτερη αγάπη στα ονόματα και τις πρακτικές ονοματοδοσίας. Είτε είναι ονόματα ανθρώπων (κύρια και παρωνύμια), τόπων (τοπωνύμια), φυτών και ζώων (επιστημονικές ονομασίες ειδών και λαϊκές ονομασίες). Έχω ιδιαίτερη αγάπη γιατί πίσω από κάθε όνομα, υπάρχει μία ιστορία. Και το μικρόβιο του storytelling με ακολουθεί και μετά το σχόλασμα της δουλειάς. Ακόμη και στα ψώνια για το σπίτι. Το βλέμμα μου αναζήτησε στον πάγκο τον κολιό που πήραμε τις προάλλες και βγήκε από τον φούρνο πεντανόστιμος. Κολιός από την επιστημονική ονομασία scomber colias. – Δεν έχει κολιό πια, σπεύδει να πει η κοπέλα. – Ε λογικό, απαντώ. Κάθε πράγμα στον καιρό του… Η παροιμία έσυρε στον νου τις λαογραφικές έρευνες και την αφηγηματική τέχνη που καταγράφω στα χωριά. Υπάρχει ένας άυλος πολιτισμικός πλούτος που συνοδεύει κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Από τα βουνά μέχρι τη θάλασσα. Διαφορετικά ψάρια όμως σήμερα στον πάγκο κι η σκέψη μου τσιμογέλασε με το φαγγρί και τα σύγχρονα λογοπαίγνιά του σε χρώματα (φαροζ, φαμωβ). Επιστημονική ονομασία pagrus, κάπου διάβαζα ότι συνδέεται με την αρχαία ελληνική φάγρο αλλά ίσως ( και με την προελληνική φοξό που θα πει μυτερή άκρη. Στην Κρήτη κάποιοι το λένε και ακόνι. Διόλου περίεργο αφού ακόνι είναι φυσικό ορυκτό που χρησιμοποιείται ως πέτρα ακονίσματος για μαχαίρια. Όταν η ανάγκη του ανθρώπου να αποδώσει όνομα στο άγνωστο βασίζεται στην πρώτη εικόνα που λαμβάνει με τις βασικές του αισθήσεις, το αποτέλεσμα είναι λαογραφικά απολαυστικό. Στην άκρη του πάγκου η φρίσσα. – Η σαρδελομάνα!, λέει με ενθουσιασμό η κοπέλα. Δεν είναι σαρδέλα, αλλά της μοιάζει. Οι ψαράδες λένε τη φρίσσα αλλιώς και σαρδελομάνα καθώς είναι μεγαλύτερη σε μέγεθος, εξηγεί. Σπίθισαν τα μάτια μου στο άκουσμα μιας τέτοιας πληροφορίας. Στον δρόμο για το σπίτι σκεφτόμουν ένα από τα projects που έχω αναλάβει τον τελευταίο καιρό σχετικά με το οικοσύστημα της Μεσογειακής Διατροφής. Ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα που αναδεικνύει τοπικές διατροφικές ταυτότητες των χωρών που βρέχονται από τη Μεσόγειο Θάλασσα. Ο δικός μου ρόλος είναι στην επικοινωνιακή στρατηγική και λέω να μπολιάσω πρακτικές brand storytelling με το πολιτισμικό φορτίο που χαρακτηρίζει την ανθρωπολογία της τροφής. Τελικά καταλήξαμε σε τρεις γεροδεμένους κέφαλους, αλλά προτού φύγουμε ζήτησα από την κοπέλα να απαθανατίσω τη λαχταριστή σαρδελομάνα. Φάτε, μάτια, ψάρια.
Οι σιχαμένες του καλοκαιριού

Αποχαιρετάμε το καλοκαίρι, αποχαιρετάμε (?) τις κατσαρίδες. Το καλοκαίρι το αγαπάμε γιατί φέρνει τα γλέντια, τη βεγγέρα στις αυλές, τη θάλασσα, το καρπούζι, τον ύπνο κάτω από την κρεβατίνα. Αλλά μέσα σε όλα τα καλά, φέρνει και το χειρότερο δημιούργημα της φύσης. Ξέρετε, στη λαϊκή σκέψη υπάρχει αυτή η αρχέγονη πίστη στη δύναμη του ονόματος: όταν αναφέρεις κάτι με το όνομά του, ταυτοχρόνως το καλείς και εμφανίζεται. Γι’ αυτό οι άνθρωποι έχουν επινοήσει τους λεγόμενους “ευφημισμούς” (ονόματα περιγραφικά ή καλομελετικά) για να μπορούν να αναφέρονται σε πράγματα, ζώα ή δυσάρεστες καταστάσεις χωρίς να προκαλούν την εμφάνισή τους (όπως τον “οξαποδώ”, τις “μελιτένιες” ή τα “κουφά” για τα ποντίκια). Και επειδή είμαι πνεύμα λαογραφίας, έχω και εγώ έναν δικό μου ευφημισμό για να μπορώ να αναφέρομαι στα καλοκαιρινά αυτά τέρατα. “Σιχαμένες”. Όταν ήμουν μικρή, αν εμφανιζόταν καμιά σιχαμένη στο σπίτι μας, ισόγειο γαρ, θα το μάθαιναν και στην απάνω γειτονιά από τις στριγγλιές. Λόγω των ικανοτήτων που έχουν τα “πετούμενα” αυτά (ευφημισμός της μάνας μου), εξαφανιζόμουν στο πιο απομακρυσμένο δωμάτιο του σπιτιού. Έβγαινε ο πατέρας μου απότομα ξυπνημένος από τις στριγγλιές, με προτεταμένο το εργαλείο επίθεσης-παντόφλα στο χέρι να ρωτάει νυσταγμένος πού είναι η κατσαρίδα (ο μόνος που την έλεγε με το όνομά της γιατί δεν πιστεύει σε δεισιδαιμονίες). Όσο άκουγα να ξεσέρνουν τα έπιπλα και να καθυστερεί η εξόντωση, κολλούσα την πλάτη στον τοίχο αναρωτώμενη ποιο σπίτι στη γειτονιά θα μπορούσε να με φιλοξενήσει για το υπόλοιπο καλοκαίρι. Εδά που μεγαλώσαμε βέβαια, στριγγλιές δεν έχει. Παίρνεις την παντόφλα και κυνηγάς τις “σιχαμένες” δίχως δεύτερη σκέψη. Μόνο αυτές ΔΕ θα μας λείψουν από το καλοκαίρι που αποχαιρετάμε. Άντε, καλό φθινόπωρο και δίχως “φιλενάδες” (ευφημισμός του αδερφού). ανάρτηση στη σελίδα (facebook) της ραδιοφωνικής εμπομπής Λαογραφίας με τίτλο #ΑφτάρμιστάΜας με τη Μαρία-Στέλλα Ζεάκη
Λευκή, με βουβή βελονιά

Βλέπω τούτη τη φωτογραφία στο διαδίκτυο και το μυαλό μου τρέχει σε μία αλλόκοτη σκέψη. Αλλόκοτη γιατί ενώ η φωτογραφία αποτυπώνει μία τραγική συνθήκη, εμένα ο νους μου πλέκει συνειρμούς και στένεται σ’ ένα σημείο της εικόνας. Στη μικρή δαντέλα. Τη λευκή αυτή λεπτεπίλεπτη γιρλάντα που διακοσμεί το τελείωμα στο ύφασμα. Συνήθως την πλέκουμε σε σεντόνια, μαξιλάρια, τραπεζομάντηλα. Έχει την πρακτική χρήση να στερεώνει καλύτερα το γαζί να μην ξεφτίζει το ύφασμα στο φινίρισμα, αλλά παράλληλα και την αισθητική αξία να διακοσμεί με διακριτική πινελιά τη λαϊκή τέχνη από τα γυναικεία χέρια. Η συγκεκριμένη δαντέλα στη φωτογραφία φαίνεται καθαρά πως είναι χειροποίητη, πλεγμένη με βελονάκι. Μία σειρά από μικρές αχιβάδες, ενωμένες με αυτό που λέμε “βουβό” γαϊτανάκι. Πάντα μου κέντριζε το ενδιαφέρον η βουβή βελονιά. Εύκολη, βουτά κατευθείαν και ενώνει δίχως να δίνει ύψος. Ο σκοπός είναι να μη δώσει ύψος στο πλεκτό. Και στην περίπτωση της συγκεκριμένης δαντελίτσας, να δώσει μία ανεπαίσθητη γοητεία σχεδόν αόρατη. Βουβό γαϊτανάκι, το λένε και τυφλή βελονιά. Θυμούμαι πλεμμένες δαντέλες που ‘χουμε καμωμένες με γυναίκες σε πολύωρες βεγγέρες. Η ανάγκη της γυναίκας να νοστιμίζει την καθημερινότητα είναι ίδια, σε κάθε γενιά, σε κάθε γωνιά της γης. Διαβάζω το άρθρο που συνοδεύει τη φωτογραφία και μιλάει για τη χθεσινή κατάληψη της Καμπούλ, πρωτεύουσας του Αφγανιστάν, από τους Ταλιμπάν. Για το πόσες Αφγανές γυναίκες ξαφνικά αναγκάστηκαν να κρύψουν τα πτυχία τους από τους ακραίους ισλαμιστές που εισέβαλαν απότομα στη ζωή τους. Αναγκάστηκαν να διακόψουν τις σπουδές και τις ελεύθερες βόλτες. Να μείνουν κλεισμένες στα σπίτια, να μην έχουν λόγο. Αναγκάστηκαν να βάλουν πάλι μπούρκα. Να σκοτεινιάσει το πρόσωπο, να σκοτεινιάσει το μέλλον. Και να γίνουν για άλλη μια φορά αυτό που λέμε στις ανθρωπιστικές επιστήμες “βουβά υποκείμενα”. Παρατηρώντας τη γυναίκα της φωτογραφίας οι συνειρμοί συνεχίζουν αλλόκοτα και (μ)πλέκουν με τα χρώματα. Χθες, 15αυγουστο όσο γιορτάζαμε την Παναγιά στα χωριά και τα νησιά, εκεί που το μπλε τ’ ουρανού με το λευκό της ασβεστωμένης εκκλησιάς τύλιγαν τις οικογενειακές μας στιγμές, τις ίδιες ώρες γινόταν πέρα μακριά το κακό. Στην πρωτεύουσα της βασανισμένης χώρας. Δεν ξέρουμε τί ξημερώνει για τον απλό λαό του Αφγανιστάν με την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν. Δεν μπορώ να φανταστώ τί Γολγοθάς ξημερώνει για τις ανυπεράσπιστες γυναίκες. Και πώς θα σωπάσουν, βουβά να καταπνίξουν τις επίκτητες ελευθερίες. Να μην υψώσουν ανάστημα. Βλέπω τη φωτογραφία που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και το βλέμμα μου στέκεται εκεί, στη μικρή δαντέλα. Λευκή με βουβή βελονιά, να προσπαθεί να στολίσει την ασήκωτη σκοτεινιά της μπούρκας.
“Η κακιά η ώρα” έχει πιο σκοτεινές ρίζες απ’ όσο νομίζουμε.

[et_pb_section admin_label=”section”] [et_pb_row admin_label=”row”] [et_pb_column type=”4_4″][et_pb_text admin_label=”Text”] “Η κακιά η ώρα” έχει πιο σκοτεινές ρίζες απ’ όσο νομίζουμε. Ήμουν μια φορά σε ένα χωριό της Κρήτης, καταγράφοντας ιστορίες και χαρτογραφώντας τη λαϊκή δαιμονολογία: το σύμπαν των καταχανάδων, ανασκελάδων, πειρασμικών, διαβόλων, τριβόλων και του συναφιού τους. Σε μία συζήτηση λοιπόν για τις επιβλαβείς υπερφυσικές δυνάμεις που συχνάζουν σε σταυροδρόμια και για τις επιδράσεις που έχει μία τυχαία συνάντηση μαζί τους, άκουσα το εξής περιστατικό: “πριν έρθεις εσύ (ενν. στο χωριό που πήγα ως ερευνήτρια), να ‘ναι καμιά δεκαριά μέρες, αυτοκτόνησε ένα παληκάρι. Επέρνα, λέει, τον σταυροστάτη και κατέχεις εδά πως ανεμαζώνουνται ‘κεια τα κακά πράματα. Ε αυτά τον ανελώσανε κι έγινε το κακό”. Σοκαρισμένη από το συμβάν, προσπάθησα να αφήσω στην άκρη το συναίσθημα και να συνεχίσω την έρευνα σχετικά με τις πεποιθήσεις και τα βιώματα των κατοίκων γύρω από τους λαϊκούς (τους) δαίμονες. – Γιατί αυτοκτόνησε;, ρώτησα χαμηλώνοντας τη φωνή για να αντισταθμίσω λίγο την επιστημονική ανάγκη με τη συμπόνοια απέναντι σε ένα τέτοιο θλιβερό συμβάν. Η απάντηση ήρθε ως αυτονόητη από τα βάθη των αιώνων: – Η κακιά η ώρα, παιδί μου. Στα πρώτα χρόνια της ερευνητικής μου πορείας ρωτούσα επίμονα τί θα πει “η κακιά η ώρα”. Όσο περνά όμως ο καιρός και η ανθρωπολογική σκέψη κατεβαίνει με μεγαλύτερη οικειότητα τα σκαλοπάτια της λαϊκής ψυχής για να μελετά τις εθιμικές συμπεριφορές, κατανοούμε περισσότερα πίσω από τις λέξεις. Βλέπετε, ο άνθρωπος τείνει να αποδίδει κάθε κακό και συμφορά που τον βρίσκει σε κάτι που βρίσκεται έξω από τις αισθήσεις του. Για ό,τι κινείται εντός των αισθήσεών μας, έχουμε την πεποίθηση ότι μπορούμε να το διαχειριστούμε. Όταν κάτι όμως δεν μπορούμε να το διαχειριστούμε, θεωρούμε ότι πηγάζει από τον κόσμο πέραν των αισθήσεών μας, πέραν του φυσικού. Θεωρούμε πως μία ασθένεια, ένα ατύχημα, ένας θάνατος πηγάζει από τη σφαίρα του υπερφυσικού. Οι κακές οι ώρες του λαού είναι ένας μηχανισμός άμυνας για να απενοχοποιηθεί η λαϊκή ψυχή. Να αποτινάξει η οικογένεια και η κοινότητα την ευθύνη από πάνω της, να διασφαλίσει την εικόνα της στα κοινωνικά δίκτυα (όταν λέμε κοινωνικά δίκτυα, δεν εννοούμε τα social media). Ένας μηχανισμός άμυνας να προστατέψει τη συνείδηση και να κατευνάσει τις εσωτερικές φουρτούνες, που ίσως προκαλέσουν κοινωνικές αναταραχές. Είναι θα λέγαμε, μία βαλβίδα αποσυμπίεσης που κρατάει την κοινωνία συγκρατημένη. Είναι τέλος, ένας μηχανισμός να θολώσουν τα νερά, να μην αρχίσουν τα γιατί να ξεφυτρώνουν και να απαιτούν απαντήσεις. Γιατί οι απαντήσεις απαιτούν και την αλήθεια. Και η αλήθεια δεν αρέσει σε όλους. Στην περίπτωση της Γαρυφαλλιάς στη Φολέγανδρο, της τελευταίας προσθήκης στη μακροσκελή λίστα των γυναικοκτονιών, η “κακιά η ώρα” είναι μία λαογραφικά βολική δικαιολογία για όλους: τον δολοφόνο που δε σεβάστηκε, την οικογένεια που δεν αφουγκράστηκε, την κοινωνία που δε μερίμνησε. Πίσω από κάθε “κακιά ώρα”, κρύβονται θύτες πολλοί. Καλή και η Λαογραφία, αλλά κάποια πράγματα πρέπει να τα λέμε με το όνομά τους. Ανάρτηση στη facebook page “Αφτάρμιστά μας – Εκπομπή Λαογραφίας” [/et_pb_text][/et_pb_column] [/et_pb_row] [/et_pb_section]