Γιορτή του πατέρα: Ημέρα υπενθύμισης

Στην τηλεόραση έπαιζε την ασπρόμαυρη ταινία “Χτυποκάρδια στο θρανίο”. Με τον Παπαμιχαήλ στον ρόλο ενός καθηγητή πανεπιστημίου και τη Βουγιουκλάκη στον ρόλο μίας μαθήτριας που θυσιάζει το σχολείο για να τον παντρευτεί. Εκείνος δεν την αφήνει να συνεχίσει το σχολείο, δεν την αφήνει να βγει με τις φίλες της, την έχει κλεισμένη στο πλούσιο σπίτι. Τη στολίζει με γούνες, ταξίδια και συναναστροφές υψηλής κοινωνίας. Σοκαριστικός ο διάλογος μεταξύ καθηγητή και πεθερού για τη διαφορά ηλικίας, την οποία εν τέλει απενοχοποιούν μπροστά στον ενθουσιασμό τους για τον ονειρεμένο γάμο. Το έργο του 1963 τελειώνει με τη μαθήτρια να ανακοινώνει ότι είναι έγκυος και ότι παρατά το σχολείο για να αφοσιωθεί στον 20 χρόνια μεγαλύτερο άντρα της. Και εκείνος τελικά αποφασίζει να μην τη χωρίσει, αφού έρχεται ο απόγονός του. Παιδεραστία, χειριστικές συμπεριφορές, τοξική πατριαρχία, όλες αυτές οι καυτές έννοιες που παρελαύνουν στις οθόνες μας τούτες τις μέρες με αφορμή τη δολοφονία στα #ΓλυκάΝερά. Όταν ήμουν φοιτήτρια και μελετούσαμε σε κάποιο εξάμηνο τον κινηματογράφο ως μέσο Επικοινωνίας, προπαγάνδας, διαμόρφωσης αντιλήψεων κλπ, θυμάμαι που ξαναείδα την ταινία στην τηλεόραση με τη μάνα μου. Γυρίζω και την κοιτάζω όλο νόημα. Μου απαντά: – Αυτή την ταινία τη γύρισαν για να μπορούν να παντρεύονται τα λεγόμενα “γεροντοπαλίκαρα” τις νέες κοπέλες. Επειδή είναι πλούσιοι και με καλή δουλειά. Σήμερα που είναι η γιορτή του πατέρα, μου ‘ρχονται στον νου όλες εκείνες οι ανθρωπολογικές συνεντεύξεις στις έρευνες για τις συγγενειακές δομές, με πατεράδες που κατάφεραν να παντρέψουν τις κόρες τους με κάποιον πλούσιο. Και έγινε η κόρη ένα μέσο αναπαραγωγής απογόνων, οικονομικής ισχύος, οικογενειακού γοήτρου. Θα ήθελα να σκέφτομαι τη γιορτή του πατέρα ως μία ημέρα υπενθύμισης. Ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Ως γονεϊκό πρότυπο να διδάξει στον γιο την απόλυτη ισότητα μεταξύ ανθρώπων. Κατ’ επέκταση, τον σεβασμό στην απόλυτη ελευθερία της γυναίκας. Και στην κόρη την αξία τούτης της απόλυτης ελευθερίας. Να σπουδάσει, να έχει δική της δουλειά, δική της τσέπη, να είναι ελεύθερη, να διαλέγει τί θα κάνει με το σώμα της, να μάθει να λέει όχι. Ημέρα υπενθύμισης κάθε χρόνο. Να βλέπει μία ταινία στον καναπέ και να γυρίζει να λέει: – Το βλέπεις αυτό; Αυτό εμείς δε θα το κάνουμε πια έτσι. #ΓιορτήΤουΠατέρα
Η ζωή μοιάζει λιγάκι με το ποδήλατο

Στις 3 Ιουνίου λέει το ημερολόγιο εκτός από τα γενέθλια της Ζεάκη είναι και η παγκόσμια ημέρα ποδηλάτου. Και σκέφτομαι ότι η ζωή μοιάζει λιγάκι με το ποδήλατο: 1. Στην αρχή φοβάσαι να προχωρήσεις μόνος σου δίχως βοήθεια – είτε αυτή είναι των γονιών, των αδερφών, των φίλων, του άντρα που αγαπάς. Πρέπει να μάθεις να ξεκινάς μόνος. Είναι τρομακτικό. Μα πρέπει. Όπως και στη ζωή. 2. Πρέπει να μάθεις να κρατάς ισορροπία. Έτσι και στη ζωή: ισορροπίες ανάμεσα σε λογική και συναίσθημα, σε πρέπει και θέλω, σε υποχρεώσεις και δικαιώματα, σε εργασία και ξεκούραση. 3. Είναι ωραίο να ανακαλύπτεις νέα μονοπάτια με το ποδήλατο. Μα είναι ακόμη πιο ωραίο όταν τα ανακαλύπτεις παρέα με φίλους. Βρείτε φίλους και κρατήστε τους. Οι φίλοι νοστιμίζουν την ποδηλατάδα. Όπως και τη ζωή! 4. Το ποδήλατο σε κάνει να νιώθεις παιδί. Και είναι τόσο όμορφο να κρατάμε ευτυχισμένο το παιδί μέσα μας όσο μεγαλώνουμε. 5. Και το πιο σημαντικό: Θα υπάρξουν στραβοτιμονιές και ατυχήματα. Θα πέσουμε, θα χτυπήσουμε, θα πονέσουμε, θα ντραπούμε, θα κλάψουμε και λίγο. Τελικά κακό δεν κάνει. Σημασία έχει να σκουπίσουμε τα χέρια μας, να σκουπίσουμε τα μούτρα μας και να σηκωθούμε. Για να πιάσουμε το τιμόνι. Και να συνεχίσουμε. Η φωτογραφία είναι από την Καζαμπλάνκα, κάποτε. Δεν ήταν κάποιο σπουδαίο στιγμιότυπο, αλλά μία απλή στιγμή μέσα στον χρόνο που τρέχει διπλά σ’ ένα ταξίδι: ποδηλάτης σε κεντρικό δρόμο της αραβικής πόλης με τον ήλιο της δύσης στον ορίζοντα να ετοιμάζεται να βουτήξει κάπου στον Ατλαντικό ωκεανό.
Ημέρα της Γυναίκας: Εκείνα που δε λέγονται

Κι εδά που καταλάγιασε η μέρα με τα λουλούδια και τα χρόνια πολλά, ας σύρω ν’ ανοίξω τα συρτάρια της μνήμης να μοιραστούμε εκείνα που δε φαίνονται, εκείνα που δε λέγονται. Η επιτόπια έρευνα στα χωριά της Κρήτης είναι μία ευλογημένη δραστηριότητα, να ακούς και να καταγράφεις ιστορίες παλαιινές από παλαιινούς ανθρώπους. Υπάρχουν όμως και σκοτεινές στιγμές που δεν μπορείς να τις μοιραστείς με κανέναν. Γιατί όταν οι άνθρωποι της υπαίθρου μού ανοίγουν τις πόρτες και τις καρδιές τους, αναπτύσσεται μία εμπιστοσύνη μεταξύ μας ανεκτίμητη. “Απαράβατος κανόνας το εθνογραφικό απόρρητο”, λέω χαμογελώντας κάθε φορά στις γυναίκες και τους άντρες που έχω απέναντί μου προτού ξεκινήσουν την αφήγησή τους. Ώστε να γνωρίζουν πως ανάμεσα στα λαογραφικά μπορούν να μου εκμυστηρευτούν και δύσκολες πτυχές του λαϊκού βίου που δε φαίνονται αλλά με βοηθούν στην κατανόηση του παλιού τρόπου ζωής. Μα όταν γυρίζω στο σπίτι το βράδυ και κλείνω την πόρτα πίσω μου, προσπαθώ να ισορροπήσω αυτά που λέγονται με εκείνα που δε λέγονται. Για τη γυναίκα που την ανάγκασαν να παρατήσει το σχολείο και να μείνει αγράμματη ώστε ν’ αναλάβει καθήκοντα στο σπίτι, τις ελιές, τα ζώα. Για τη γυναίκα που πόθησε την πρώτη αγάπη μα δε συμφώνησε ο πατέρας. Για τη γυναίκα που την αρραβώνιασαν στα 13 και έχασε την παιδικότητά της πριν την ώρα της. Για τη γυναίκα που εκτιμήθηκε ανάλογα την προίκα της σε χωράφια και ζώα. Για τη γυναίκα που έπρεπε να γεννήσει αρσενικό παιδί για να φανεί αντάξια. Για τη γυναίκα που δε γέννησε και έμεινε ανάξια. Για τη γυναίκα που έπρεπε καθημερινώς να υπηρετεί τον άντρα γιατί “έτσι πρέπει”. Για τη γυναίκα που δεν είχε να φάει μα έβρισκε περίεργους τρόπους να εξασφαλίσει ένα πιάτο φαί στα κοπέλια τζη. Για τη γυναίκα που χήρεψε και δεν έπρεπε να ζήσει τον έρωτα ξανά. Για τη γυναίκα που βιάστηκε και δεν το είπε σε κανέναν στο χωριό. Για τη γυναίκα που φορούσε κοκκινάδι στα χείλη και σχολιάστηκε στο γλέντι. Παλιά με ενθουσίαζε η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, όμως όσο περνούν τα χρόνια καταγράφω ολοένα περισσότερες παλαιινές ιστορίες γυναικών γύρω από τα πρέπει της κοινωνίας. Και αναρωτιέμαι, εδά που έχουν αλλάξει οι εποχές και οι κοινωνίες, έχουν αλλάξει όλα τούτα τα “πρέπει”;; Σαν έρχεται η 8η Μαρτίου κάθε χρόνο, νιώθω μεγαλύτερη ευθύνη. Πως πρέπει να δίνουμε χώρο και χρόνο σε βουβά πρόσωπα να ακουστούν, σε σκοτεινές ιστορίες που δεν ακούστηκαν ποτέ. Αν θέλουμε πραγματικά κάποτε να πάψει να υπάρχει τούτη η παγκόσμια ημέρα. Γιατί η Μέρα της Γυναίκας δε θα έπρεπε καν να έχει λόγο ύπαρξης. *Ανάρτηση στη σελίδα (facebook) της ραδιοφωνικής εκπομπής “Αφτάρμιστά Μας – Εκπομπή Λαογραφίας”
“Μάρτη σου βάνω, να μη σε κάψει ο ήλιος”

Το ρυτιδιασμένο χέρι έπιασε τα μικροσκοπικά δάχτυλα και τα ‘βαλε στην ποδιά της. Πήρε έπειτα τις δύο κλωστές, ζύγισε με το μάτι το μήκος που χρειαζόταν και τις έκοψε με το τρίπαλιο ψαλίδι – προίκα κι αυτό από τη μάνα της. Ένωσε τις δυο κλωστές μ’ έναν κόμπο στη μιαν άκρια για να τις στρίψει στη συνέχεια ζευγαρωτά. Σπίθισαν τα παιδικά μάτια μπροστά στην τελετουργία και θυμήθηκαν το πρωί που ‘χαν δει δυο κοτσυφούς στην αυλή. Πέταξαν από το κλαδί ψηλά κι όσο ανέβαιναν έσμιγαν τα φτερά τους κι έστριβαν ζευγαρωτά. Να, σαν τις κλωστές τση γιαγιάς της εδά. “Μάρτη σου βάνω, να μη σε κάψει ο ήλιος“, εξήγησε η γιαγιά μ’ ένα ζεστό χαμόγελο, τυλίγοντας το δίχρωμο σχοινάκι γύρω από τον μικρό άσπρο καρπό. Το κορίτσι άκουγε προσεκτικά τα λόγια τα παλαιινά: “όντε θα ‘ρθει ο καιρός, θα βγάλουμε τον μάρτη και θα τον κρεμάσουμε στο δεντρό απ’ όξω, στην αυλή. Να το πάρουν τα χελιδόνια που θα ‘ρθούν, να το βάλουν στις φωλιές τους“, συνέχισε δένοντας τις δυο άκριες με τον τελευταίο κόμπο. Το παιδικό χέρι ‘πόμεινε στη ζεστή ποδιά, να καμαρώνει για τούτο το μυστηριακό κόσμημα, σα να ‘ταν κειμήλιο οικογενειακό, σα να ‘ρχόταν από τα βάθη των αιώνων… Καλό Μάρτη, καλή Άνοιξη! *Ανάρτηση στη σελίδα (facebook) της ραδιοφωνικής εκπομπής “Αφτάρμιστά Μας – Εκπομπή Λαογραφίας”
Λαογραφικά των Οσπρίων

Πριν λίγες ημέρες, με κάλεσαν στην ΕΡΤ για τα λαογραφικά της Παγκόσμιας Ημέρας Οσπρίων, να μοιραστώ στον αέρα κάποιες προφορικές παραδόσεις που καταγράφω στα χωριά. Με προσκάλεσε η Ιωάννα Νιαώτη στο (απολαυστικό) ραδιοφωνικό της ένθετο “Κόκκινη Σβούρα” που απευθύνεται καθημερινά σε παιδιά και γονείς. Σήμερα που είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ραδιοφώνου, θέλω να μοιραστώ τον παρακάτω σύνδεσμο (διάρκειας 3 λεπτών) για να ακούσετε τη ραδιοφωνική μας παρέα με την αγαπημένη Ιωάννα στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Όσοι ασχολούμαστε με το ραδιόφωνο, μάς συνδέει μία φιλία στα ερτζιανά κύματα γιατί μάς ενώνει κοινή αποστολή: να περνάτε εσείς καλά. Εσείς που μας ακούτε και μας στέλνετε τα μηνύματά σας. Είτε στα κεντρικά ραδιόφωνα της πρωτεύουσας είτε στα περιφερειακά της επαρχίας, η αξία του ραδιοφώνου στηρίζεται σε μία πανανθρώπινη ανάγκη: Να μοιραζόμαστε ιστορίες. Για να ακούσετε, πατήστε εδώ: https://webradio.ert.gr/…/i-kokkini-svoura-sto-deftero…/ *Ανάρτηση στη σελίδα (facebook) της ραδιοφωνικής εκπομπής “Αφτάρμιστά Μας – Εκπομπή Λαογραφίας”
Για το γάλα και το κρέας

Οι ξύλινες πόρτες του παραδοσιακού ριάντ άνοιξαν διάπλατα και μπροστά μας απλώθηκε η έρημος Σαχάρα. Ο Άραβας που θα οδηγούσε το καραβάνι μας μάς ζύγισε με το μάτι, γυναίκες και άντρες της παρέας, για να αποφασίσει με ποια σειρά θα δέσει τις καμήλες που θα ιππεύαμε. Διασχίζαμε τους αμμόλοφους με τα μάτια ορθάνοιχτα, να χορτάσουμε τη χρυσαφένια θάλασσα. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να φτάσουμε στην κατασκήνωση όπου θα διανυκτερεύαμε. Ξεπεζέψαμε από τις καμήλες και κουκουβίσαμε σαν μικρά παιδιά στη ζεστή άμμο, να δούμε τον αφρικάνικο ήλιο να δύει. Πίσω μας άρχισαν να ανάβουν ένα-ένα τα φανάρια κατά μήκος των χαλιών που μας καλωσόριζαν στις λευκές σκηνές. Ανατολίτικα χαλιά, στρωμένα στην άμμο, βγαλμένα θα ‘λεγες από τις χίλιες και μία νύχτες. Κάτσαμε γύρω από το τραπέζι για να πιούμε το μαροκινό τσάι μέχρι να ετοιμαστεί το βραδινό που θα μας σέρβιραν. Ξεθάρρεψα και έκανα λίγες ερωτήσεις στον οδηγό για τα καραβάνια, για την έρημο παλιά, τη ζωή στο σήμερα, να μάθω ιστορίες παλαιινές. Ρώτησα κάποια στιγμή για την καμήλα μου, αν είναι θηλυκή ή αρσενική ώστε να μάθω στη συνέχεια τη νοοτροπία ονοματοδοσίας στα οικόσιτα ζώα τους. Μου απάντησε πως όλες οι καμήλες στα καραβάνια είναι αρσενικές. Και συνέχισε: “τις θηλυκές τις έχουμε κλεισμένες. Τις έχουμε για το γάλα και το κρέας τους”, εννοώντας την αναπαραγωγή για αύξηση του κοπαδιού και τη σφαγή για βρώση. Έστρεψα το βλέμμα μου πέρα, στους αμμόλοφους που είχαν χαθεί πια στον σκοτεινό ορίζοντα. Να τοποθετήσω τον τρόπο ζωής στη γεωμορφολογία του τόπου. Πώς εμπορευματοποιείται ένας πολιτισμός κάποιες φορές και χάνει την εθνογραφική του αίγλη. Και πώς θα ήθελα κάποια στιγμή να κάνω επιτόπια έρευνα σε παραδοσιακές κοινότητες εκτός Ελλάδας, σε κοινότητες βεδουίνων λόγου χάρη, να κατανοήσω πώς τους έπλασε η δύσκολη έρημος, όπως αντίστοιχα έπλασαν οι δικοί μας κακοτράχηλοι τόποι τον δικό μας λαό. Ταξίδευαν οι σκέψεις μου στις προφορικές παραδόσεις και τα παραμύθια των λαών, μέχρι που ο Άραβας με επανέφερε σε μία σκληρή πραγματικότητα συμπληρώνοντας την κουβέντα του με κάποιες τελευταίες λέξεις: “Όπως και τις γυναίκες μας”. Τον κοίταξα με γουρλωμένα μάτια, αρνούμενη να δεχτώ τα λόγια που μου ξεφούρνισε εκείνη τη στιγμή. Έσπευσε να επαναλάβει: “Όπως και τις γυναίκες μας. Τις έχουμε για το γάλα και το κρέας τους” εξήγησε και χαμογέλασε με τα κοφτερά του δόντια να γυαλίζουν στο λιγοστό φως της φωτιάς. Τούτη η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στην επικαιρότητα και τα “αρσενικά παλιάς κοπής” που αλωνίζουν στο καλλιτεχνικό στερέωμα της χώρας μας προάγοντας τον δυτικό πολιτισμό.
Οι Μέλαμπες στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα

Ήταν καλοκαίρι του 2016 όταν ήρθα στο χωριό δίχως να γνωρίζω κανέναν. Είχα αποφασίσει να κάνω τη διδακτορική διατριβή με πεδίο έρευνας τις Μέλαμπες. Αφενός λόγω επιστημονικού ενδιαφέροντος για την κοινότητα, αφετέρου λόγω προσωπικού ενδιαφέροντος για την καταγωγή μου: ο προπάππους Θεόδουλος Ζεάκης γεννήθηκε στις Μέλαμπες το 1889 και αργότερα μετανάστευσε στις Μοίρες συνεχίζοντας ένα γενεαλογικό δέντρο που επεκτάθηκε στην Αθήνα. Η επιστροφή στις ρίζες κάποτε, με οποιονδήποτε τρόπο, είναι αναπόφευκτη. Η πρόταση της έρευνας που εγκρίθηκε από το Πανεπιστήμιο Κρήτης φέρει τον τίτλο: “Κοινωνικός/οικονομικός μετασχηματισμός του αγροτικού χώρου και Ψηφιακά μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Social media). Η περίπτωση της κοινότητας Μελάμπων Ρεθύμνου Κρήτης”. Είναι η πρώτη κρητική κοινότητα με την οποία μελετάται ο ψηφιακός μετασχηματισμός υπό την οπτική της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Πιο συγκεκριμένα, μελετώντας την κοινότητα Μελάμπων σε μία πορεία κοινωνικού μετασχηματισμού μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο μέχρι σήμερα, παρατηρούμε πως η είσοδος των τότε νέων τεχνολογιών στις παραγωγικές δραστηριότητες σε συνδυασμό με τις γεωμορφολογικές συνθήκες του χώρου και τις πολιτικές συνθήκες της επικαιρότητας επηρεάζουν τη δημογραφική κίνηση του πληθυσμού οδηγώντας σε μεταναστευτικές ροές. Οι μελαμπιανοί που εγκαθίστανται στα αστικά κέντρα συσπειρώνονται σε συλλόγους συγκροτώντας τη συμβολική τους ταυτότητα σε δύο βασικούς άξονες: τη μελαμπιανή παρέα και την καταγωγή των Τεσσάρων Μαρτύρων, των τοπικών αγίων. Με την είσοδο των τεχνολογιών του 21ου αι. και των social media, η ατομική και η συλλογική ταυτότητα αποκτούν ένα νέο πεδίο έκφρασης που επηρεάζει σημαντικά και επηρεάζεται από τις εκτός διαδικτύου σχέσεις και κοινωνικά δίκτυα. Η μεθοδολογία στηρίζεται στην επιτόπια ανθρωπολογική έρευνα με έναν τριγωνισμό μεθόδων για τη διασταύρωση των στοιχείων: πολύμηνες διαμονές στο χωριό και επιστροφή κάθε χρόνο ενοικιάζοντας όποιο σπίτι είναι διαθέσιμο, καταγραφές με την κάμερα στα σοκάκια, ημικατευθυνόμενες συνεντεύξεις, πολύωρες ομαδικές συζητήσεις σε αυλές και βεγγέρες. Συνεργασία με υπαλλήλους της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας και με βιβλιοθηκονόμους για την εύρεση πληροφοριών σε βιβλία, πρακτικά συνεδρίων και συλλογές πρωτογενούς υλικού. Αξίζει δε να υπογραμμίσω τη βοήθεια από τους υπαλλήλους του δήμου στο δημοτολόγιο (Σπήλι) για εβδομάδες ολόκληρες στα αρχεία ώστε να χαρτογραφήσω τα μελαμπιανά γένη και τις συγγενειακές δομές. Σημαντικό βοήθημα στην όλη έρευνα, η ανά χείρας εφημερίδα που αριθμεί 238 φύλλα από το 1978 και αποτυπώνει τη ζωή της κοινότητας στο πέρασμα των δεκαετιών. Ο πρώτος άξονας ήταν να μελετηθούν οι Μέλαμπες ως τόπος εδαφικός. Συγκεκριμένα, πώς η γεωγραφική θέση του χωριού και το γεωφυσικό περιβάλλον της περιοχής επηρεάζει τις αγροτοκτηνοτροφικές δραστηριότητες των κατοίκων και την τοπική οικονομία. Στη συνέχεια, πώς διαμορφώνεται η οικιστική δόμηση (Πάνω Ρούγα, Κάτω Ρούγα, Μεσοχωριά κλπ) και η κοινωνική οργάνωση της κοινότητας: ο πλάτανος και οι βρύσες ως κομβικά σημεία της κοινωνικής ζωής, η πλατεία, η αυλή του σχολείου και τα καφενεία ως χώροι δημόσιας σφαίρας, οι εκκλησίες και το νεκροταφείο ως ιερά τοπόσημα θρησκευτικής ζωής. Η οικιστική οργάνωση κατά γένος (Βεργαδιανά, Νικιανά, Ζεανά κλπ) που αποτυπώνει τις παλαιότερες μεταγαμήλιες εγκαταστάσεις των οικογενειών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν ο μεγάλος αριθμός γενών και οι σχέσεις αιματοσυγγένειας, εξ αγχιστείας και τελετουργικής συγγένειας. Μελετήθηκαν επίσης οι πληθυσμιακές κινήσεις της κοινότητας και οι μεταναστευτικές ροές που οδηγούν στη συγκρότηση εθνοτοπικών συλλόγων στα αστικά κέντρα όπου λειτουργούν ως κιβωτοί συλλογικής μνήμης. Τέλος, η τοπική ιστορία του χωριού που κατατάσσεται στις “μικρές Μόσχες” της Ελλάδας συνιστά έναν σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση του συμβολικού κεφαλαίου, όπως δείχνει η μέχρι τώρα έρευνα. Η συλλογική ταυτότητα των Μελάμπων μελετάται επιπλέον μέσα από άυλες, ιδεολογικές πρακτικές που ενισχύουν τη συνοχή της όπως η ανάδειξη των τοπικών αγίων στην κοσμολογική σφαίρα της κοινότητας και οι πρακτικές ιεροποίησης χώρων εντός και εκτός εδαφικών ορίων του χωριού. Η μελαμπιανή παρέα επίσης με τον ιδιαίτερο τρόπο επιτέλεσης που τη χαρακτηρίζει και τη διαφοροποιεί από τις υπόλοιπες μουσικές παρέες του νησιού αποκαλύπτει βαθύτερες κοινωνικές ερμηνείες από τις απλές πολιτιστικές που παρατηρούμε σε μια πρώτη ανάγνωση. Το διαδίκτυο λοιπόν έρχεται να επηρεάσει την καθημερινότητα των μελαμπιανών σε όλους τους τομείς: ενημέρωση, επιχειρηματικότητα, εκπαίδευση, πολιτική, κοινωνικές σχέσεις, ψυχαγωγία, επικοινωνία. Οι χρήσεις των social media και η δυναμική της μελαμπιανής κοινότητας που αλληλεπιδρά online και offline συνιστούν ένα πρωτότυπο επιστημονικό παράδειγμα για την κατανόηση των ψηφιακών κοινωνικών δικτύων στον αγροτικό χώρο. Είναι η πρώτη κοινότητα όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στην Ελλάδα, που προκαλεί το ενδιαφέρον των επιστημονικών κύκλων για τη μελέτη του ψηφιακού μετασχηματισμού με κοινωνικοανθρωπολογική προσέγγιση. Οι Μέλαμπες ακούστηκαν στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα και έγιναν αντικείμενο συζήτησης ανάμεσα σε καθηγητές, φοιτητές και κοινωνικούς επιστήμονες. Τα πρώτα πορίσματα της έρευνας παρουσιάστηκαν μπροστά στον πρύτανη του ιδρύματος, στον τ. υπουργό Έρευνας & Καινοτομίας και στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ. Για την καινοτομία του ερευνητικού αντικειμένου και της μεθοδολογίας, η διατριβή στηρίχθηκε με υποτροφία δύο χρόνων από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Καινοτομίας. Θα είναι τιμή μου να παραδώσω τα τελικά πορίσματα της έρευνας μόλις ολοκληρωθεί, στη διάθεση των συλλόγων, της κοινότητας και των απανταχού μελαμπιανών. Και να γίνουν συστηματικές πλέον παρουσιάσεις με τη μελαμπιανή παρέα και τους χωριανούς σε πρώτο πλάνο. Γιατί δε θα είχε γίνει τίποτα από όλα αυτά δίχως την πολύτιμη βοήθεια των ίδιων των συγχωριανών. Που άνοιξαν τις καρδιές και τις πόρτες τους, που με εμπιστεύονται. Που μου επιτρέπουν τις συνεχείς ερωτήσεις να μαθαίνω όλο και περισσότερα για το χωριό. Που κάνουμε μαζί αυτό το ταξίδι. Για όλα αυτά και για πολλά ακόμα, σας ευχαριστώ από καρδιάς. Μαρία-Στέλλα Ζεάκη *Δημοσίευση στην εφημερίδα Η Φωνή των Μελαμπιανών, τεύχος 239
Αποχαιρετώντας το 2020

– Βγήκα που λες, παιδί μου, από την πόρτα του σπιθιού να πάω στη βρύση να γεμίσω, ξεκίνησε να μου περιγράφει κάποτε μία γιαγιά. Τα μάτια της χαμογέλασαν σαν έσυρε την αθιβολή από τα παλιά. Συνέχισε ζωηρά: – Είχα τότεσας μιαν αίγα, μικιή, απού μου ‘κλούθιε όπου θελα πάω. Κείνηνα την εποχή, είχαμε και αγρονόμους, να μασε κάμουν παρατήρηση άμα πατούσαμε κάποιον κανόνα. Εβγήκα λοιπόν από το σπίτι κι εκλούθιε μου η αίγα. Δεν επρόλαβα να κάμω δυο ζάλα, με παντίχνει ο αγρονόμος και κάνει μου τη μ-παρατήρηση: – Δεν την έχεις μουστρουχώσει! – Μα γιάιντα να το κάμω;, ερώτηξα κι εγώ μικιό κορίτσι, είπε η γιαγιά. Σάμε τη βρύση πάω, δεν περνούμε από σώχωρα, επροσπάθησα δα να δικαιολογηθώ, είπε και συνέχισε μιμούμενη τον αυστηρό άντρα: – Ναι, μα ετσά το λέει ο νόμος, ετσά το λέω κι εγώ! Τον έκανα εικόνα να κηρύττει όρθιος την τάξη και την ηθική απέναντι στο τότε μικρό κορίτσι. – Ντα βυζαστάρι είν’ ακόμης, του απάντησε, τάξε δε θα φάει τα κηπευτικά τω χωριανώ. Και έσπευσε να μου εξηγήσει η ηλικιωμένη γυναίκα τον κανόνα της εποχής της πως τα ζώα εντός οικισμού έπρεπε να φορούν ειδικά φίμωτρα κατά τη μετακίνηση για να μην προκαλούν ζημιές στους γείτονες. Ολοκλήρωσε την ιστορία της με τη σκληρή φωνή του αγρονόμου: – Γιάααγειρε να τση βάλεις τη μουστρουχίνα για θα τη βάλω εγώ σ’ εσένα απού αντιμιλείς! Σκάσαμε στα γέλια και συνεχίσαμε τις αναμνήσεις από τα μικράτα της. Τα θυμήθηκα τούτα όταν έτυχε να δω το αγροτικό αυτό αντικείμενο στο λαογραφικό μουσείο Σπηλίου του Ρεθύμνου. Λέω πως πολύ ταιριάζει ν’ αποχαιρετήσω το 2020 με μια τέτοια ανάρτηση. Εύχομαι καλή χρονιά με Υγεία, να είναι μία χρονιά δίχως μουστρουχίνες! Και επειδή στο ραδιόφωνο μοιραζόμαστε βιώματα και ιστορίες, θα ήθελα να γράψετε στα σχόλια αν έχετε προλάβει τη μουστρουχίνα, αν έχουν κάποια άλλη ονομασία στο δικό σας χωριό. Ή αν έχετε φωτογραφία, ακόμα καλύτερα! #ΑφτάρμιστάΜας με τη Μαρία-Στέλλα Ζεάκη *Δημοσίευση στη σελίδα (facebook): Αφτάρμιστά μας – Εκπομπή Λαογραφίας
Η εφημερίδα του χωριού

Θυμάμαι τον αείμνηστο Σεραφείμ Φυντανίδη, δημοσιογράφο και διευθυντή μεγάλων εφημερίδων της χώρας, όταν ήρθε στο πανεπιστήμιο να μάς κάνει μάθημα. Φοιτητές εμείς, στα χρόνια του πτυχίου. Μέσα σε τρεις ώρες διάλεξης που τον ξεζουμίσαμε τον άνθρωπο με ερωτήσεις για το επικοινωνιακό και μηντιακό πεδίο της χώρας, δε θα ξεχάσω τα λόγια του για την πορεία της εφημερίδας: “μέχρι το 1990 δεν είχαμε ανταγωνιστή. Έπειτα ήρθε η ιδιωτική ραδιοφωνία, η ιδιωτική τηλεόραση και αργότερα οι δωρεάν εφημερίδες (free Press) και το διαδίκτυο. Οι εφημερίδες άρχισαν να συρρικνώνονται, ειδικά οι καθημερινές που δεν προλάβαιναν τις εξελίξεις. Όμως… Η εφημερίδα δε θα πεθάνει ποτέ…” υπογράμμισε και συνέχισε να μάς μιλάει για τη γοητεία του παλαιού αυτού μέσου. Η εφημερίδα λοιπόν δε θα πεθάνει ποτέ. Μπορεί να μειωθεί το τιράζ της (ο αριθμός αντιτύπων που διανέμονται), μπορεί να μειωθεί η λειτουργία της ως μέσο έγκαιρης ενημέρωσης αφού πλέον μπήκαν στην αρένα τα social media που εξασφαλίζουν απίστευτες ταχύτητες στην είδηση. Σε μία κοινωνία όμως που στηρίζεται αρκετά στις μικρές εθνοτοπικές της ταυτότητες, η εφημερίδα επινοεί έναν εξίσου σημαντικό ρόλο να επιτελεί: τον ρόλο της συνοχής και της συμβολικής ταυτότητας. Μια τοπική εφημερίδα δημιουργεί έναν συμβολικό τόπο στον οποίο συνενώνει ανθρώπους από κοινό Εδαφικό τόπο. Ενημερώνει για τα νέα του χωριού, όχι από ανάγκη έγκαιρης ενημέρωσης, αλλά από ανάγκη διαφύλαξης -scripta manent, verba volant. Κάπως έτσι δημιουργεί μία κιβωτό μνήμης. Συλλογικής μνήμης που καταγράφει το παρελθόν και σταθεροποιεί το μέλλον: “Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι“, λέει μια γνωστή ρήση. Όταν παίρνω στα χέρια μου εφημερίδα νιώθω τα γρανάζια της μηντιακής επικοινωνίας: διαμεσολαβημένο μήνυμα από τον πομπό στον δέκτη αλλά με χρόνο διαθέσιμο προς κατανάλωση και επεξεργασία. Και είναι μετά και αυτή η ρετρό γοητεία… Ο ήχος από το ξεφύλλισμα των σελίδων που σε μεταφέρει σε μιαν άλλη εποχή και η ασπρόμαυρη εκτύπωση που ξεκουράζει τα μάτια από τα έντονα χρώματα της οθόνης. Ή η δυσκολία να διαχειριστείς τις σελίδες μεγάλου μεγέθους που σε κάνει να γελάς σαν μικρό παιδί όταν προσπαθεί να ξεδιπλώσει το τραπεζομάντηλο της Κυριακής. Η Φωνή των Μελαμπιανών είναι μία εφημερίδα από το 1978 που μετράει 238 φύλλα στην ιστορία της. Είναι συγκινητικό να σκέφτεσαι ότι τις ίδιες κινήσεις, το ίδιο ξεφύλλισμα και την ίδια χόρταση από την ανάγνωση απολαμβάνουν Μελαμπιανοί αναντάμ παπαντάμ. Και είναι αυτή μία από τις γοητείες του παλαιού τούτου μέσου. Να συνενώνει όχι μόνο σε έναν άξονα οριζόντιο (απανταχού μελαμπιανούς στο τώρα) αλλά και σε έναν κάθετο, διαγενεακό. Όσοι λαμβάνετε τις εφημερίδες των χωριών σας ταχυδρομικώς ή απευθείας από το καφενείο του χωριού, αφιερώστε μια μικρή τελετουργία μόλις την παίρνετε στα χέρια σας: φτιάξτε ένα βραστάρι με βότανα και καθίστε σε μία γωνίτσα να απολαύσετε με ηρεμία. Την εφημερίδα, τα βότανα, το χωριό. Γιατί η εφημερίδα δε θα πεθάνει ποτέ. ΥΓ. Ταιριάζει και με ελληνικό καφέ.
Κάποτε λοιπόν, θα λέμε…

Φθινοπώριασε και είναι η εποχή που μυρίζουν οι πρώτες ξυλόσομπες. Η θερμοκρασία ολοένα πέφτει και το νερό στις βρύσες του χωριού τρέχει ακόμη πιο κρύο… Αλλόκοτες μέρες ζούμε. Θυμήθηκα το περσινό φθινόπωρο, πρωτομηνιά του Σεπτέμβρη ήταν που ανεμάζωξα τα κοπέλια του χωριού στον Πρίνο να τους πω παραμύθι. Ανέβηκαν τα πέτρινα σκαλιά και έκατσαν τριγύρω μου σαν τα κλωσσόπουλα, ενώ δύο γιαγιάδες σίμωσαν ν’ ακούσουν κι εκείνες. Μέρωσε η καρδιά μου κι έβαλα αρχή: “Μια βολά κι ένα γ-καιρό…”. Έτσι καλωσορίσαμε πέρυσι το φθινόπωρο. Και συνεχίσαμε για λίγο να μαζευόμαστε στο ίδιο σημείο για τα λαϊκά παραμύθια. Είναι όμορφο να βλέπεις μικρούς και μεγάλους να τα μοιράζονται. Γιατί τούτα τα μνημεία του λόγου έχουν μία θεραπευτική διάσταση. Αν αλλάξεις τον τόνο στη λέξη, τα παραμύθια γίνονται παραμυθία. Και παραμυθία θα πει παρηγοριά. Τούτες οι ιστορίες, παρα-κείμενες στον μύθο, σού υπενθυμίζουν ότι ο ήρωας, όσο ευάλωτος και αν νιώθει, όσες δυσκολίες και αν περάσει, πάντα θα έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει ένα φωτεινό τέλος. Ιστορίες παλαιινές λοιπόν λέγαμε σ’ εκείνη τη μικρή γειτονιά του χωριού κάποια απογεύματα, ώσπου ήρθε ο κρύος χειμώνας κι επόμεινε ο Πρίνος μοναχός να περιμένει την επόμενη χρονιά. Και η επόμενη χρονιά έφτασε, αλλά διαφορετική. Δίχως εκδηλώσεις, δίχως γλέντια. Και δίχως παραμύθια. Είναι στη φύση όμως του ανθρώπου ν’ αναζητά τις ιστορίες, να τις φυλά μέσα του, να τις ανασκαλεύει. Να τις ακούει προσεκτικά, να τις μοιράζεται. Ένας δυναμικός homo narrans που αφηγείται εμπειρίες, σε όποια κοινωνία και εποχή ζει. Κάπως έτσι φέτος, στις αυλές και τα καφενεία του χωριού άκουγες ιστορίες. Ιστορίες διαφορετικές. Έσμιγαν οι απανταχού χωριανοί κι άρχιζαν να ‘φαίνουν την κουβέντα γύρω από την πανδημία. Πώς πέρασε ο καθένας στην καραντίνα, πώς ένιωσε, τί στερήθηκε. Ποια περιστατικά τον έκαναν να γελάσει, να φοβηθεί, να δυσανασχετήσει. Οι μάσκες ένα από τα κεντρικά θέματα συζήτησης, οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί ένα άλλο. Στις εσμιγιές των μελαμπιανών ζωήρευαν μικρές κυψέλες, να μοιραστούν γνώμες και συμβουλές. Να μοιραστούν μνήμες και συναισθήματα. Μα δίχως να το κατέχουν, μοιράζονταν συνάμα παρηγοριά κι ελπίδα. Γιατί όσο ευάλωτος κι αν νιώθει ο ήρωας, πάντα καταφέρνει να περνάει τις δυσκολίες. Κι όταν τις περνάμε όλοι μαζί, δείχνει πιο φωτεινό το τέλος. Κάπως έτσι θα φτάσουμε μετά από χρόνια ν’ αφηγούμαστε μια ιστορία αλλιώτικη όπου “Μια φορά κι έναν καιρό…” *Δημοσίευση στην εφημερίδα “Η φωνή των Μελάμπων”